31 Οκτωβρίου 2016

Νοέμβρης.. και τελειώνει το Φθινόπωρο - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Λιομάζωμα - Θεόφιλος
Κάπως έτσι και φέτος καθώς οι μήνες διαδέχονται ο ένας τον άλλον με μαθηματική ακρίβεια..καθώς οι χρόνοι γεμίζουν και περνούν...κάπως έτσι..μα αλλιώτικα..και φέτος..χωρίς εσένα πρωταγωνιστή...ήρθαν και μ' ηύρανε οι θύμησες..οι εικόνες του Νοέμβρη μήνα οι δυνατές..σαν εξεσηκωνόμασταν..λες κι ήταν ένας άλλος πόλεμος..το λιομάζωμα σαν έρχονταν..κι ας είχαμε άλλα επαγγέλματα..από νωρίς διαλέξει...Αυτή η αγάπη σου για το χώμα..αυτή η αγάπη για το αληθινό της φύσης..ποτέ δε σε άφηνε ήσυχο..ποτέ πλήρως δε σε απορρόφησαν εσένα οι αριθμοί..ποτέ δε σε κερδίσανε οι τίτλοι που σου δώσανε..ποτέ σου δεν σε κέρδισαν εσένανε τα αξιώματα..έμενες πάντα με τα πόδια σου στη ''Γη''.

  Θυμάμαι πως αυτά τα Νοεμβριανά τα Σάββατα που είχες σκόλη απ' τη δουλειά σου..ήθελες..με χαρά εξεκίναγες..μαζί με τους εργάτες..να φτάσεις στο χωράφι μας..εκεί στο λόφο που γκρίζος από τις ελιές..ελαιώνες ατελείωτοι..εκεί μες στις πλαγιές του τόπου σου..εκεί στην Πελοπόννησο...ατέλειωτους που έχει ελαιώνες...Αποβραδίς με αγγάρευες..κι ας ήμουν από τόπο που από αυτά δεν ήξερε...από λιομαζώματα..και μαγειρέματα μου 'λεγες αποβραδίς για τα χωράφια να ετοιμάσω..Να ετοιμάσω μου 'λεγες φαγητό για τους εργάτες...Πάντα συγκεκριμένα φαγητά..και το κρασάκι απ' το βαρέλι...Να τρώνε έλεγες καλά οι εργάτες σου..έτσι πρέπει να τρώνε οι ξωμάχοι...




 Νοέμβριος  λοιπόν…τελειώνει το φθινόπωρο.. θα' ρθει όπου να 'ναι ο Χειμώνας έλεγες..πρέπει να μπεί το λάδι στο κελάρι..να μαζευτούν τα τρόφιμα..να γίνει το κρασί...Λες κι όταν σε άκουγα..πως ήσουν φερμένος από άλλη εποχή..λες και ήσουν γεωργός..Μα τίποτα δεν ήσουν από αυτά..απλά..ελάτρευες τη φύση..σαν το σαράκι σε κατέτρωγε αυτό.. και μου 'λεγες πως στην άλλη σου ζωή..θα εγινόσουν γεωπόνος...και μας το εμετέδιδες σε όλους μας αυτό..Και συμμετείχαμε μαζί με εσένανε κι εμείς..ο καθένας με τον τρόπο το δικό του...

Είναι ο μήνας μας έλεγες..εσύ.. που πάντα ξύπναγες πολύ πρωί.. λες και ήσουν νυχτοπούλι..το στρώμα δε σε κράταγε.. είναι ο μήνας ο προάγγελλος ετούτος του Χειμώνα.. μας έλεγες..το τόνιζες..πως η Πούλια δύει πιο νωρίς και πως  ο Χειμώνας είναι σχεδόν από την πόρτα μας απ' έξω…Εσύ το έβλεπες και το μελέταγες.. πως το αστέρι ετούτο της αυγής..το 'σκαγε το μήνα τούτο από νωρίς για να κρυφτεί..και πριν να βγει ο ήλιος... Είναι σημάδι έλεγες..σημάδι αυτό για τους ξωμάχους ..για τους γεωργούς πως πρέπει γρήγορα να τελειώσουνε  με τα σπαρτά τους  και για τους κτηνοτρόφους να βιαστούν..για  να κατέβουνε στα χειμαδιά τους...
«… Η Πούλια βασιλεύοντας και πίσω παραγγέλνει ,μήτε τσομπάνος στα βουνά, μήτε γεωργός στους κάμπους..» 
λέει η λαϊκή παροιμία.. Μπήκα για μια στιγμή στην αποθήκη σου εκεί με όλα σου τα σύνεργα..τα λιόπανα..τα χτένια..τους κάδους..τα βαρέλια του κρασιού...για να τα δώσω και να τα χαρίσω θέλησα..να πιάσουν τόπο πια ..να μη μένουνε εκεί  μόνα κι αραχνιασμένα..Κάποιος σαν κι εσένα ''μερακλής'' κάποιος που τη γη..αυτήν.. που μας εγέννησε μου επαναλάμβανες συχνά....και που πολύ σαν κι εσέ την αγαπά..ίσως να συνεχίσει αυτόν τον ''πόλεμο'' που απ' τα παλιά οι ανθρώποι επιχειρούνε...τον πόλεμο της επιβίωσης και της συνέχειας της άνθησης της Γης...

Γιορτές γεμάτος είναι ο μήνας αυτός ..γιορτές που άνθρωποι εσκαρφίστηκαν..και τους έδωσαν ονόματα..αναλόγως με τις σοδειές τους και τις χρήσεις... Μα θα σταθώ σ' αυτή τη γιορτή της Παναγιάς..που πάντα ο λαός εναπόθετε τις ελπίδες του..Ο Δημήτριος Λουκάτος, καθηγητής της Λαογραφίας, γράφει λοιπόν ότι προσφέρεται στην Παναγία – Δήμητρα
 «ευχαριστήρια πανσπερμία για το καλό που πέρασε και το καλό που πρέπει να συνεχιστεί». Αφού η σοδειά του καλοκαιριού έχει καταναλωθεί περίπου στο μισό:
«Μισό ’φαγα, μισό ’σπειρα, μισό ’χω να περάσω».

Πάντα στο νου μου φέρνω τη νόνα και τη μάνα μου..σαν έρχονταν 21 του Νοέμβρη..που γιόρταζαν τα πολυσπόρια: Την παραμονή ή και ανήμερα των Εισοδίων της Θεοτόκου έβραζαν πολλά σπόρια: σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, φακές, κουκιά, ρεβίθια, μπιζέλια… για την οικογένεια και για να τα μοιράσουνε στη γειτονιά μας.. εκεί ανάμεσα στον πρωινό καφέ.. και να τους ευχηθούν να γίνουν πλούσια σε σοδειά.. τα νέα τους  σπαρτά!! 
Άνθρωποι απλοί..που πίστευαν στην προσφορά μα και στην ανταπόδωση...πιστεύανε ακόμα στην αλληλεγγύη..κι ας μη γνωρίζανε τις λέξεις τούτες τις αλλιώτικες..

Κάνει κρύο πολύ απόψε εδώ στης πόλης τους πεζόδρομους .. μονάχα οι θύμησες αυτές μου στέλνουν κάποια ζεστασιά.. Ανάψανε από νωρίς τα φώτα στον πεζόδρομο και σβήσαν οι σκιές που τριγυρνούσαν...ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ !!!
Θύμησες - Σοφία Θεοδοσιάδη.
..............................................................................................................

Η θλίψη και η οργή..ένα παραμύθι για θυμωμένα παιδιά...

Σ΄ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν …
Σ΄ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά …

 
΄Ηταν μια φορά κι έναν καιρό μια πανέμορφη λίμνη
΄Ηταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…Σε εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.


Κι οι δυο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε από το νερό …


Αλλά η οργή είναι τυφλή – ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. ΄Ετσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας από το νερό, το πρώτο ρούχο που βρήκε…

Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης…

Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.

Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και – χωρίς καμιά βιασύνη – ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.


Στην αρχή συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
΄Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. ΄Ετσι φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.

Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή, θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.

Από το βιβλίο «Ιστορίες να Σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι
..............................................................................................................

Ναι...εμείς θα πούμε την τελευταία λέξη...........


Μεθυσμένα Ξωτικά - Οργή (live ΕΡΤ) 

..............................................................................................................

29 Οκτωβρίου 2016

Ταξίδι η ζωή του καθενός χωρίς σαφή προορισμό..της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Ταξίδι η ζωή του καθενός χωρίς σαφή προορισμό...Ετοιμασίες και τρεξίματα..όνειρα πακετάρεις στην αφετηρία τους πάντα φρεσκοπλυμένα...και στη βαλίτσα σου με τάξη..πάντα σιδερωμένα και βαλμένα..άλλοτε τα ταξίδια σου μοναχικά..κι άλλοτε με συνεπιβάτες όμορφους ..που φαίνονται απ' την αρχή...μα κάπου εκεί στα μέσα της διαδρομής..αλλάζουνε σταθμό...Κι εσύ ..εκεί..το ταξίδι σου..στη μέση δεν σου πρέπει να αφήσεις...Μένει κενή η θέση δίπλα σου..στου τρένου την πορεία..χαμήλωσαν τα φώτα της διαδρομής...μα το ταξίδι σου το αγαπάς...ακόμα δεν το αρνιέσαι...

 Ένα αδιάκοπο..ασταμάτητο..εβδομαδιαίο πήγαινε- έλα..δουλειά που ποτέ της δεν τελειώνει ..οικογενειακές ανάγκες και υποχρεώσεις που μεγαλώνουν καθημερινά και που ζητάνε λύσεις..Κι εσύ στη μέση..μαραθωνοδρόμος σωστός ..μέχρι να έρθει πια το Σάββατο και μία Κυριακή..να ξαποστάσεις..Να βάλεις τάξη..από την αρχή να οργανωθείς..να ηρεμήσεις..να συγκεντρωθείς..και να ''κοιτάξεις'' και τον εαυτό σου..ανθρώπινα με μια άλλη ματιά..Λες.. θα συμπεριφερθώ ετούτο εδώ το χαλαρό Σαββατοκύριακο..επιτέλους γαλήνια και λογικά..για να αξίζει το ταξίδι μου αυτό..επάνω στις ράγες της διαδρομής και της ζωής..ουσιαστικά να συνεχίσω...

Γύρω σου έστησαν τα χρώματα χορό..ένα χορό συναισθημάτων πια πολύχρωμο..καθώς το βλέμμα φτάνει πέρα από το τζάμι..Κι εσύ..αντί σε εγρήγορση να μπεις..σηκώνεσαι πρωί -πρωί..δεν τρέχεις να προλάβεις να χαρείς μικροστιγμές.. μέσα στη χαλαρή για σένα μέρα..Κάθεσαι πάλι με το φλυτζάνι του καφέ μπροστά στον υπολογιστή..και προσπαθείς να ενστερνιστείς φράσεις που ειπώθηκαν.. και ίσως και να άγγιξαν στο παρελθόν..ένα πλήθος ανθρώπων..Δεν είναι που δεν μπορείς δικές σου ιδέες φρέσκες να παράξεις..Είναι που με ευκολία και αδιαφορία έμαθες..σαν καραμέλες να τις πιπιλάς..ιδέες που σε βόλεψαν..και ίσως σήμερα να είναι πια.. ακόμα και ξεπερασμένες. 

Κι έτσι θαρρείς κι εσύ πως είσαι μες στα πράγματα..και στο μοντέρνο πια.. της εποχής το πνεύμα..Και το τρένο συνεχίζει να περνά...μέσα από φυλλωσιές απάτητες από εσέ..μέσα από πυκνά και αδιόρατα στο βάθος δάση...Ούτε που υποψιαστήκαμε ποτέ...πότε θα φύγουνε οι συνταξιδιώτες μας από το κάθισμα της διπλανής της θέσης...κι έτσι θα μείνει πια το τρένο μας κενό...σε μια διαδρομή με χαμηλούς τους προβολείς και δυσδιάκριτα τα όμορφα τοπία......

 Σκουριάσαν σου μηνύσανε  τα τρένα στους σταθμούς...και για να ταξιδέψουν δεν μπορούν...Άδειες οι ράγες πια ...τους μακρινούς προορισμούς να δείχνουν μείναν μοναχές...
O τόπος μέσα κι έξω σου ρημάζει....
Κι εσύ βουβά '''θρηνείς'''....

Είναι όμως εκείνος ο απόηχος του έντονου σφυρίγματος, που πάντα μέσα σου θα κατοικεί ...θα σε καλεί...πάντα στα πόδια να το βάζεις...πάντα ένα τρένο θα αναζητά ...στο άγνωστο αυτό ...που δεν σ' αφήνει λίμνη να γενείς με στάσιμα νερά...καθώς πάντα οι ράγες στέκονται προκλητικά μπροστά σου...καθώς το σφύριγμα από μακριά του τρένου της ζωής σου σε καλεί...

Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη
............................................................................................................

28 Οκτωβρίου 2016

ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)...Νικηφόρος Βρεττάκος.

ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ
(1940)

Στῆς ἱστορίας τὸ διάσελο ὄρθιος ὁ γιὸς πολέμαγε
κι ἡ μάνα κράταε τὰ βουνά, ὄρθιος νὰ στέκει ὁ γιός της,
μπροῦντζος, χιόνι καὶ σύννεφο. Κι ἀχολόγαγε ἡ Πίνδος
σὰ νἆχε ὁ Διόνυσος γιορτή. Τὰ φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι ἀναπήδαγαν τὰ ἔλατα καὶ χορεύαν
οἱ πέτρες. Κι ὅλα φώναζαν: 


«Ἴτε παῖδες Ἑλλήνων…»
Φωτεινὲς σπάθες οἱ ψυχὲς σταύρωναν στὸν ὁρίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οἱ μάνες τὰ κοφτὰ γκρεμνὰ σὰν Παναγιὲς τ’ ἀνέβαιναν.
Μὲ τἠν εὐκὴ στὸν ὦμο τους κατὰ τὸ γιὸ πηγαίναν
καὶ τὶς ἀεροτραμπάλιζε ὁ ἄνεμος φορτωμένες
κι ἔλυνε τὰ τσεμπέρια τους κι ἔπαιρνε τὰ μαλλιά τους
κι ἔδερνε τὰ φουστάνια τους καὶ τὶς σπαθοκουποῦσε,
μ’ αὐτὲς ἀντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα τὴν πέτρα
κι ἀνηφορίζαν στὴ γραμμή, ὅσο ποὺ μὲς στὰ σύννεφα
χάνονταν ὁρθομέτωπες ἡ μιὰ πίσω ἀπ’ τὴν ἄλλη.

........................................................................................................................................................................

Ο Σ. Μυριβήλης  το ανέφερε κατά την πανηγυρική ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών, το 1960: «Πολύς κόσμος έτρεχε να δώσει αίμα τις ημέρες του πολέμου. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.

-Εσύ παππούλη τι θέλεις εδώ; Ήρθα, κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα. Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή. Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γέρος, το αίμα είναι καθαρό, και ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιους. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Μου είπαν πως οι δύο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα ‘χουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε γέρο, μου είπε κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα».
............................................................................................................

Γυναίκες Ηπειρώτισσες...ξαφνιάσματα της φύσης !!!!!!!!!!!!!!!!!


Γυναικες Ηπειρωτισσες - Μαρινελλα 

.............................................................................................................

26 Οκτωβρίου 2016

Η στιγμή που πιάνεται και ''φυλακίζεται...

Η στιγμή που πιάνεται και ''φυλακίζεται''...η στιγμή που συλλαμβάνεται..κι έρχεται πάλι μπρος στα μάτια μας..με άλλα κελαρύσματα..πα στης ψυχής τα φύλλα...H μυρωδιά της αγάπης...η μυρωδιά του έρωτα...μυρωδιά χωρίς συνταγή...κολώνια  μονάχα μια φορά πετυχημένη...Κι ύστερα ..ο χωρισμός...ο αναίτιος..ο απρόκλητος από σε..ο χωρισμός ο επιβαλλόμενος...ο αναπάντεχος...Και η καρέκλα μένει άδεια.. η ανθοδέσμη της υποδοχής..δε βρίσκει αποδέχτη...Δε γύρισες αγάπη μου δε γύρισες εσύ..ήσουν απών στο προσκλητήριο ετούτο.. έπεσες λένε τα ραδιόφωνα..υπέρ της  Πίστεως και της Πατρίδος.. 

Έπεσες..Δεν ξανακοίταξες μαζί με με αντάμα...τους γερανούς που θαύμασες..αγαπημένε μου..σε έναν περίπατο..αθώου απογεύματος. Τώρα κοιτάζει μόνη η αγαπημένη σου αυτή... θλιμμένη και χαμογελά...σε ψάχνει μες στους γερανούς ..για να πετάς κι εσένα...Φυλάκισε και τούτη τη στιγμή..μες στο βιβλίο της ζωής της..Εθαύμαζες τους γερανούς..και αξιώθης ..ίσως και άδικα..το πέταγμά τους για να φτάσεις..
Τι δυστυχία ο πόλεμος..πόσο ξερίζωμα ψυχής μεγάλο !!! 

 Σκέψεις - Σοφία Θεοδοσιάδη...
..............................................................................................................

25 Οκτωβρίου 2016

Η Πατρίδα Που σε Κατοικεί..εσένα νέε μου ..που τόλμησες - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

 Περνούν οι μέρες γρήγορα ..και λες του χρόνου πάλι..κι ήρθε κι εφέτος η μέρα αυτή..η επέτειος που πρέπει τους πολέμους να γιορτάσεις..Δεν ξέρω αν είναι οι θύμησες αυτές εύκολες κι αρεστές..καθώς..πολλές οι ανάγκες του κόσμου σήμερα..μα και πολλά να μην ξεχνιόμαστε ποτέ..μα και πολλά τα πρέπει..έχει αγωνία..ζόρια ο τόπος μου τρανά ..μα και ανάγκη όμως εσωτερική ..καθήκοντα αξεπέραστα..απέναντι σ' αυτούς που τάχθηκαν από παλιά..για να φυλάγουν Θερμοπύλες..
Έμαθες πάντα γρήγορα να προσπερνάς...τα γεγονότα ...τους πολέμους και τις καταστάσεις...σαν νάναι ξένα προς εσέ και φορτικά...και εύκολα πάντα θέλεις να ακούς...ανόητες δυο φράσεις...να σου πετούν στα μούτρα σου μπροστά κι εσύ να τις διαβάζεις...Μα η Ιστορία η αληθινή...αυτή για τις Πατρίδες...δεν γράφεται πάντα από τους Νικητές...αλλά από τους τολμούντες πάντοτε και από τους ''ηττημένους''...
Έτσι έγινε και τούτη φορά...σαν εξεσηκωθήκαν...οι Μεγάλοι άρχοντες του Κόσμου αυτού...που ορέγονται Πατρίδες για  να μοιρασθούν και για να τις μοιράσουν...


Μέσα σου πάντα πίστευες...σε μια Πατρίδα ελεύθερη...να παραδίνει  τη Γη αυτή  στη γενιά σου τη μικρή...γαλήνη να μοιράζει...
Κι ήρθαν μέρες πονηρές και δύσκολες εκεί στο στο 1940.. παλληκαράκι εσύ 23 χρονών ...γεμάτο όνειρα και ελπίδες....
Τη λέξη ''πόλεμος '''δεν ήξερςες εσύ...στο καταπράσινο όλο μουριές χωριό σου...και μόνο στα βιβλία την εδιάβαζες...
Ήσουν ανέμελος εσύ...μαθαίνοντας τα γράμματα που εσύ επιθυμούσες...και το μετάξι τύλιγες...του όμορφου χωριού σου σε ανέμες...όμορφη απασχόληση αυτή ...που οι γονείς σου σου διδάξαν...


Μα η ζωή για σένανε άλλα τα σχέδια είχε....
Εξέσπασε ο Πόλεμος...και δύσκολες οι μέρες σου...όπως κι ολονών  των νέων και των γέρων...
Εκράτησε χρόνους τέσσερεις ...και σου είπαν πως ετέλειωσε...
Έτσι καταχτημένος πια εσύ ο Έλληνας , που στην Πατρίδα τα νιάτα σου επρόσφερες...δεν άντεχες την πίκρα της δικής σου Κατοχής και την Πείνα να αντέξεις...δεν μπορούσες....
Εθελοντές εζήτησαν...τον Αγώνα για να συνεχίσουν..

Ήσουν από τους πρώτους νέε μου, που αποφάσισαν,να διαφύγουνε στην Αίγυπτο..κι εκεί σαν ένας άλλος Ελληνικός στρατός..να πολεμήσεις άφοβα για το άγνωστο που σε περίμενε εκεί μακριά..αντάμα εσύ ..μαζί με τους συμμάχους..μέχρι να ' ρθει οριστικά η απελευθέρωση της όμορφης πατρίδας σου..
Ούτε στιγμή δεν δείλιασες  και πρώτος βγήκε στη γραμμή...εθελοντής στρατιώτης μάχιμος ...εκεί μακριά στη Μέση Ανατολή να φύγεις και να πολεμήσεις...


Τρελλάθηκε η μάνα σου...μοναχογιό σε είχε...μα εσύ την καθησύχασες και διόλου δεν εκάμφης...Γρήγορα ετοιμάστηκες και το ταξίδι αυτό το μακρινό...δε δίστασες να κάνεις...
Η φλόγα που σε έκαιγε δεν έσβησε εις τα βουνά της Αλβανίας που τόσο εκινδύνεψες... για στην καρδιά σου μέσα εκεί... δεν εκαταλάγιασε η δίψα της ελευθερίας...
Τα πράγματα δεν ήτανε απλά ...εσύ πολύ επεριπλανήθης...
Εφτά τα χρόνια σου μακριά...τα χρόνια αυτά τα σιωπηλά για τη μάνα σου...γραφές καθώς δεν λάμβανε και αν εσύ εζούσες...


Στα μαύρα ντύθηκε η κυρά ...η μάνα σου η δόλια...μαντάτα σαν δεν λάμβανε...ούτε ένα μήνυμα από εσέ...
Και πέρασαν τα χρόνια αυτά...μιας δύσκολης και επικίνδυνης πορείας...δύσκολης και επικίνδυνης όπως μας εδιηγήθης...
Ποια μάνα θα το άντεχε και πιο πατέρας δίσμοιρος να ακούει να διηγιέται...ο γυιός του ο μονάκριβος...να σκάνε οι οβίδες δίπλα του...και από τύχει να γλιτώνει...
Και σαν το δρόμο επήρες της επιστροφής...εκεί στο Ρίμινι...κάπου στην Ιταλία...ελπίδες άρχισες να τρέφεις πια εσύ...πως στην Πατρίδα πλησιάζεις...


Και ένα βράδυ ήσυχο ,γαλήνιο ...δίπλα σου μέσα στα πόδια σου έσκασε μια οβίδα...Σαν γουρουνάκι μούπες έμοιαζε...και ω!!! η θεία τύχη....Αυτή δε απασφάλισε κι εσύ έτσι εσώθης...να βλέπεις δίπλα σου και να κλαις...τα πόδια των συντρόφων σου...τριγύρω σκορπισμένα...που η μοίρα δεν τους επιφύλασσε την ίδια με εσέ την τύχη...Και γύρισες τριάντα πια χρονώ...κι η μάνα σου τα μαύρα πέταξε και χόρευε στο δρόμο μέσα..



Νεκρός ήσουν κι αναστήθηκες γι αυτήν...γιατί εσύ κι η Ανάσταση...τι θαρρείς πως είναι? Και μου μιλάς τώρα για Πόλεμο εσύ που την Ιστορία καταγράφεις...Να τη διδάξω με υποχρέωσες...και νάχω μες στη διδαχή Νικητές και Ηττημένους...Τίποτα δεν κατάλαβες από πόλεμο εσύ...
Θαρρείς εσύ πως πόλεμος ειναι οι Χρονολογίες είναι και οι καταχτήσεις...?


Οικτρά σε εγελάσανε...
Πόλεμος είναι το ξεσπίτωμα ψυχής καρδιάς και σώματος...απ' το ζεστό σου σπιτικό...γιατί εσύ εσκέφθηκες Καταχτητή... τον Κόσμο τούτο να μοιράσεις...Να τον μοιράσεις εκ του ασφαλούς..ναι ..ναι.. ασφαλούς...πίνοντας τον καφέ σου...στο γραφείο...χάρτες κοιτώντας Πόλεων που ορέγεσαι και πλούτια.. που σου γυάλισαν στην δική σου τη ζωή...να τα προσθέσεις...Μα οι νέοι οι άνθρωποι εδώ...τα παληκάρια με ξεχωριστή καρδιά και φρόνημα και πάθος...Τα αψήφησαν όλα αυτά..τα ανόητα που εσύ εσκέφτοσουν...και παραπέρα το μυαλό τους στείλαν...


Στα Ιδανικά εστάθηκαν εκεί..που το δικό σου το μυαλό.. καταχτητή μου εσένανε δεν φτάνει..Όχι ποτέ μου δεν σε συγχωρώ...ούτε και τις ανοησίες σου θα τις διδάξω...όπως εσένα σε βόλευε και σήμερα ακόμα  σε βολεύει...Η Ιστορία η αληθινή ..χρυσές σελίδες γράφει...από παλληκάρια ασήμαντα για εσέ...μα τα σημαντικότερα διαμάντια κατ' εμέ...σ'αυτή της Γης ...απ' το Θεό σταλμένα...
Για να μαθαίνεις τα 'στειλε ο Θεός αυτά τα παληκάρια..και νάρχονται συχνά πυκνά στον ύπνο σου Δυνάστη και ΚΑΤΑΧΤΗΤΉ...τον ύπνο σου να τον ταράζουν...



Αληθινή και γνήσια και ορίτζιναλ η Ιστορία μου αυτή...χρόνια κρυμμένη στην καρδιά και στο μυαλό μου είχα...
Αφιερωμένη σήμερα σε όλους αυτούς..που έταξαν και στη ζωή τους πάντοτε Φυλάγουν Θερμοπύλας...
Αφιερωμένο και στον Πατέρα μου...που ανάμεσα σ' αυτά τα παληκάρια ήταν...Ακόμα μέσα μου θα κατοικεί η φωνή που με εδίδαξε...Πατρίδα τι σημαίνει...


Δεν στέκομαι λοιπόν στους φανφαρονισμούς...στα λάβαρα στους πύρινους και ψεύτικους πολλές φορές τους λόγους τους γραμμένους...Σκύψιμο θέλει με σεβασμό η Ιστορία τούτη του Πολέμου του '40...
Μνημόσυνα δεν τους έπρεπαν μοναχά...στα παληκάρια αυτά...μα ένα βαθύ χαιρετισμό στους ουρανούς κοιτώντας..γερανοί εγίνατε!!


  Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη

( Αφιερωμένο σε σένα νέε μου.. που ετόλμησες..και σε εσένα λεβέντη μου πατέρα !!!)
....................................................................................................................................................................


Μοναδική..γεμάτη συναίσθημα ερμηνεία..από την αγαπημένη μου Μαργαρίτα Ζορμπαλά...
Εξαιρετικό !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

ΑΦΙΕΡΩΜΈΝΟ
Για σας..λεβέντες..που δε δειλιάσατε!!!
Αν μας κοιτάτε από ψηλά..γερανοί κι εσείς..μπήκατε σε άλλη σφαίρα τώρα πια..στη σφαίρα ''των πουλιών''.. κλαίω ..μα είναι δάκρυα χαράς για σας..γιατί εσείς τολμήσατε !!!!!!
Είστε φωλιασμένοι..για πάντα μέσα στην ψυχή μου...
Μου δείξατε το δρόμο ........
Η φίλη σας Σοφία

                         

Ιάν Φρένκελ (Ян Френкель) - ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ-

(The Cranes,Журавли - Μαργαρίτα Ζορμπαλά)

...........................................................................................................

Στιγμές και σπίθες.. που άναβαν συχνά για ένα ΟΧΙ - της Σοφίας Θεοδοσιάδη..

Στιγμές ανάτασης..σπίθες που άναβαν συχνά..κάθε που έρχονταν οι μέρες για να οργανώσουμε τις σχολικές γιορτές..μέσα στα αμφιθέατρα τα σχολικά..παιδιά που με τη φλόγα τους μας έφεραν  πολλές στιγμές με δυναμικό βηματισμό..εκεί στο γκρίζο των βουνών ..κάποιο ξημέρωμα του ειπωμένου ΟΧΙ. Ένας πόλεμος πάλι από ξένα κέντρα..αναπόφευκτος..και αποφασισμένος..και πείνα άγρια και Κατοχή..και κρύφτηκε και πάλι η ελευθερία της ψυχής..η ελευθερία της αυτοδιάθεσης..η ελευθερία των ανθρώπων.
Ήταν..εμοιάζαν ήρεμα τα προηγούμενα τα χρόνια..Μια ησυχία ανησυχητική..πριν απ' το ξέσπασμα της μπόρας.. καθώς η αγωνία για καινούρια πείνα και καινούρια Κατοχή .. επαραφύλαγε .. παραφυλάει.. επάνω απ' τα κεφάλια μας..σαν τη Δαμόκλεια τη σπάθη..Ρίγη συγκίνησης καθε φορά μας  εκατέκλυζαν..και εγέμιζαν τα στήθια μας από θλίψη μα και τρανή υπερηφάνεια..

Και σήμερα ? Μοιραία ερχόμαστε στο σήμερα..είναι αναπόφευκτη η σύγκριση ..που ορθώνεται μπροστά μας..Είναι και πάλι η ώρα εκείνη ..του μεγάλου ΟΧΙ να ειπωθεί απ' το λαό..? Είναι ένα ΟΧΙ  αλλιώτικο θαρρείς αυτό ? Πάντα κρυμμένο και ζητούμενο μέσα στα ''σπλάχνα'' της κάθε άρνησης..μέσα στη ραχοκοκκαλιά της κάθε άρνησης..είναι μια λέξη ..μία έννοια....η λέξη ελευθερία..που μέσα της φωλιάζουνε χιλιάδες  ευκαιρίες και βήματα για τη διαδρομή του μέλλοντος για τον καθένα μας ξεχωριστά... μα και για όλους μας μαζί..Κι έπειτα έρχονται στο νου μου εκείνοι οι ''δοσίλογοι'' και μου θυμίζουνε την έννοια..και ω!! τι κρίμα για εμάς αυτό..που ξανά να συναντώ στις μέρες μας..σε διαφορετική μορφή..προδοσίες..και ίντριγκες..παιχνίδια εξουσίας..παιχνίδια καταστροφικά..ενός λαού που φθείρεται καθημερινά..πνευματικά και ηθικά και οικονομικά..Μα το αποτέλεσμα είναι ολόιδιο..γιατί πάντα εκεί στην  διαδρομή την μισητή της ''προδοσίας'' καταλήγει..


Μες στα κλουβιά της ανελευθερίας ο άνθρωπος δύσκολα βηματίζει ..δύσκολα ψάχνει και δημιουργεί..Πνιγηρή η ατμόσφαιρα της σκλαβιάς..όταν αυτή από έξωθεν ή έσωθεν τον περιβάλλει..Συστατικό της δημιουργίας και της ευτυχίας του είναι η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών ..η πλήρης αυτοδιάθεση του είναι του...Λόγια βαρύγδουπα ..φανταχτερά.. ..λόγια εντυπωσιασμού απ' τον καθέναν από μας..μα περισσότερο από τους ελλειπείς..τους ρηχούς ενίοτε και ''αδιάβαστους'' για το ΟΧΙ το αληθινό..πολιτικούς..Φιέστες ..φανφάρες και γιορτές επιφανειακές.. Δεν λογαριάσανε και δεν ζυγίσανε  σωστά ..αξίες.. λέξεις ..έννοιες..της προσφοράς ....
 

Αξίες διαχρονικές...πατρίδα..ελευθερία..ανάταση..συγκίνηση..
ρίγη συναισθημάτων..για τους ήρωες..που κατάθεσαν..που σκοπός τους δεν ήταν ήρωες να τους χρίσουν..Μόνο ένα χρέος αλλιώτικο.. τους οδήγησε και τους οδηγεί..αυτούς που τρομαγμένοι..λιγοστοί  ανάμεσά μας απομείναν..να ψάχνουνε για το πραγματικό...για το ΟΧΙ το εντός τους..
Ανάγκη είναι επιτακτική το ΟΧΙ να ανασύρουμε..είμαστε κι εμείς απόγονοι..κληρονόμοι..κληρονόμοι των ''πουλιών''.. όπως λέει στο υπέροχο ποίημά του ο Μίλτος ο Σαχτούρης...

Σκέψεις..κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη.
................................................................................




΄Ενας μπαξές γεμάτος αίμα
είν' ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ' αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.

Μ. Σαχτούρη ''Ο Ελεγκτής"
...................................................................................................................................................................

Απόψε άλλαξε ρότα η σκέψη μου..




Απόψε άλλαξε και πάλι ρότα η σκέψη και πέταξε μακριά..
Ταξίδεψε ..αφέθηκε για μια στιγμή μονάχα.....
ύστερα ξύπνησε..κι είπε είναι όνειρο...δε γίνεται το όνειρο να γίνει δυο φορές...
Ξυπνάς και μένει εκεί μες στα σεντόνια τα ζεστά..ξυπνάς και πάλι το πρωί..κι είναι αγκαλιά το μαξιλάρι σου μαζί σου...Όχι εκείνο δε σε πρόδωσε ποτέ..Είναι ο πιο πιστός ο εραστής σου...
όλη τη νύχτα σε αφουγκραζότανε..μέχρι και το ξημέρωμα και πάλι και ξανά το άλλο.. που θα έρθει βράδυ..
Θέλησα να τις βγάλω από το βιβλίο μου τις Πασχαλιές..μα ένα χέρι με σταμάτησε..
..άστες μου λέει εκεί σε μια σελίδα του βιβλίου σου..μην τις ετσαλακώνεις με τα χέρια σου ξανά..Έχουν ακόμη μυρωδιά..κι ας μοιάζουν αποξηραμένες εκεί καλά σιδερωμένες..φυλαγμένες.Είναι ο χρόνος που τις αποξήρανε..μα ίσως και να ανθίσουνε καινούριες πασχαλιές..θα φύγει ο Χειμώνας ο βαρύς ..θα πλησιάσει Άνοιξη..και τότε θα ανθίσουνε ξανά...
Θα τις μυρίσω πριν να κοιμηθώ κι απόψε εγώ τις πασχαλιές μου....

 Σκέψεις-Σοφία Θεοδοσιάδη 25 /10 /2016 
...............................................................................................................


Σταύρος Κουγιουμτζής - ΟΤΑΝ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ - Δημήτρης Νικολούδης

................................................................................................................

Απόψε σε ονειρεύτηκα......

Απόψε σε ονειρεύτηκα στα κάστρα μια δεσποσύνη όλο γλύκα
το μαντίλι σου να αφήνεις με τέχνη να πάρει ο άνεμος
στο διψασμένο μου πρόσωπο να το φέρει εκεί γύρω απ τα χείλια
Απόψε στον Βόσπορο μια βάρκα με αναμένο πυροφάνι η επιθυμιά
βόλτα πάει τα όνειρά σου στα σκοτεινά νερά του
Απόψε που Διγενής στα χώματα των παππούδων φυλάω
τις μνήμες σου από τον δράκο των χρόνων
Και ας μην χτύπησα το ντέφι στον χορό του πόθου
και ας μην ήμουν εγώ που άκουσε την μελωδία της ηδονής
Απόψε του Αιγαίου αγροίκος πειρατής θα τα κουρσέψω όλα.

n.davios 25 /10 /2016

Προς Εμένα
...............................................................................................................

24 Οκτωβρίου 2016

Μεθυσμένοι επιβάτες λεωφορείου ξέφρενου.. - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Μεθυσμένοι επιβάτες λεωφορείου ξέφρενου..με φρένα και φτερά σπαραλιασμένα..Μεθυσμένη η πολιτεία και η χώρα που σε κατοικεί...ανεβασμένη σε μια στάση απρόσμενη..χωρίς πορεία και προορισμό..Σε μέθυσαν εσένανε κι εμένανε..''κόκκινα δυνατά κρασιά'' που  σου σερβίρανε από αριστερά του τραπεζιού του φτωχικού..εκεί στο καπηλειό.. Το διψασμένο σου ''λαρύγγι'' δεν ελογάριασε τα ''οινοπνεύματα'' ούτε την καυστικότητα και τα μεθύσια τα τρελλά..Τα ρούφηξες όλα μονορούφι ..μονομιάς..κι εβρέθηκες τύφλα να γίνεις στα μεθύσια της ελπίδας και της προσμονής. 

Μα σαν και όλα τα μεθύσια δεν κρατούν πολύ..ξεμέθυσες στα γρήγορα..ήδη καθώς ταξίδευες ..σε τούτο το χωρίς προορισμό..το ακυβέρνητο λεωφορείο..Δύσκολη που είναι η ακυβέρνητη και μεθυσμένη Πολιτεία !!!Κι αν θέλουμε..αν επιθυμούμε να ''κατέβουμε'' από το ξέφρενο τούτο λεωφορείο..δεν έχουμε άλλη επιλογή...ή θα ξεμεθύσουμε εντελώς και θα φρενάρουμε την πορεία του..ή θα το ρίξουμε στα βράχια  και ο σώζων εαυτόν πλέον σωθήτω..όλα βρίσκονται εντός μας..και τα αίτια..και τα αιτιατά των ''σπασμένων  φρένων'' τούτου του λεωφορείου..όλοι ..μα όλοι είμαστε γρανάζια του..όλοι μα όλοι έχουμε συμβάλλει στην καταστροφή του..άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο..


Είναι θαρρώ η ώρα της ατομικής ευθύνης του καθενός μας..χωρίς μεγάλες και βαρύγδουπες κουβέντες.. που μας πασάρουν και θα ακουστούν..ακόμα και τώρα..σε λίγες μέρες των εορτασμών και των πανηγύρεων της ''μεθυσμένης'' από άγνοια.. ανία..ατομικισμό και αδιαφορία των ιθυνόντων μα και πλήθος πολιτών τούτης χώρας.. Αν αποφασίσατε να ''ξεμεθύσετε'' κι εσείς μαζί μ' εμένα..και να ξυπνήσετε νηφάλιοι το πρωί..ψάχτε..ρίξτε μια ματιά στο υπέροχο βιβλίο του Σωτήρη Πατατζή 
<< Μεθυσμένη Πολιτεία >> και θα νιώσετε..θα καταλάβετε..πως μεθούν οι πολιτείες και πως αυτοκαταστρέφονται..Ναι δε λέω..το γκρίζο σκόρπισε και έβαψε τα γύρω μας..άνθρωποι σέρνονται σωστά ερείπια στους κάδους ..στις γωνιές...μα ...είναι ώρα αυτογνωσίας..περισυλλογής..ώρα αφύπνισης από τούτο το άγριο και καταστροφικό μεθύσι.. που μας ποτίσανε και μας βυθίζει καθημερινά...Μια τόση δα περίληψη σας θυμίζω μοναχά :




<< Σε μια μικρήν επαρχιακή πόλη της Ελλάδας, καταφθάνει άξαφνα ένας περιπλανώμενος θίασος που αποτελείται από ανθρώπους λίγο ή πολύ αποτυχημένους. Ανάμεσά τους είναι και μια νέα, πολύ ωραία, που γρήγορα αναστατώνει όλους τους ανθρώπους της μικρής εκείνης πολιτείας, φουντώνει τα πάθη, ξυπνάει χίλιες δυό απωθημένες επιθυμίες, ζωντανεύει τα όνειρα και, γενικά, δίνει σε όλους την ευκαιρία να γνωρίσουν καλά τον εαυτό τους ή το διπλανό τους και να συνειδητοποιήσουν τη φθορά τους, τη μοναξιά τους και τη λαχτάρα τους για μια ζωή καλύτερη, ενώ ταυτόχρονα αποκτούν και τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος έχει σωριαστεί σ' ερείπια γύρω τους, ότι δεν υπάρχουν πια περιθώρια αναστήλωσης, ότι «χαμαί πέσαι δαίδαλος αυλά...».
 Όλα αυτά, δοσμένα άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με πικρό σαρκασμό και άλλοτε με διάθεση ποιητική κι ονειρική, κάνουν πραγματικά τη «Μεθυσμένη Πολιτεία» ένα «από τα ωραιότερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ για την καθημερινή ζωή μιας μικρής πολιτείας», όπως, πολύ σωστά, σημειώνει ο Γάλλος εκδότης της.>>

 (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
..............................................................................................................

 Μεθυσμένη πολιτεία - 1980
Στίχοι:  
Δημήτρης Ιατρόπουλος
Μουσική:  
Μιχάλης Μικελής

 Μεθυσμένη πολιτεία, με σημάδεψες βαθιά
είχα κάποτε μια αγάπη και την πήρε η συννεφιά
μες την έρημη πλατεία τ’ όνειρό μου το παλιό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.

Μεθυσμένη πολιτεία, μια κορνίζα αδειανή,
μια λατέρνα είν’ η ζωή μου με ξεκούρδιστη φωνή.
Πάνε κι έρχονται σαν πλοία οι αναμνήσεις στον καιρό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.

Μεθυσμένη πολιτεία κάποιας άλλης εποχής,
σε γυρεύω στο τραγούδι της βροχής
μια παλιά φωτογραφία στο συρτάρι το κλειστό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.

Μεθυσμένη πολιτεία, με σημάδεψες βαθιά
είχα κάποτε μια αγάπη και την πήρε η συννεφιά
μες την έρημη πλατεία τ’ όνειρό μου το παλιό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.

Μεθυσμένη πολιτεία κάποιας άλλης εποχής,
σε γυρεύω στο τραγούδι της βροχής
μια παλιά φωτογραφία στο συρτάρι το κλειστό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.

Μεθυσμένη πολιτεία, με σημάδεψες βαθιά
είχα κάποτε μια αγάπη και την πήρε η συννεφιά
μες την έρημη πλατεία τ’ όνειρό μου το παλιό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.



Μεθυσμένη πολιτεία - Άννα Βίσση 

.............................................................................................................

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…»


Θυμάσαι που σου’λεγα : όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι .

Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε .

Ενα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι’έβρεχε αλήθεια πολύ κι’ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μιά λεπτήν ακαθόριση χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι’οι άνθρωποι τόσο λημονησμένοι
-Γιατί μας άφησαν όλοι ; Γιατί μας άφησαν όλοι ; Κι’έσφιγγα τα χέρια σου


Δεν είχε τίποτα τ’αλλόκοτο η κραυγή μου .

 
… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα , τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ανεμίζονται .
Ισως δε μένει τίποτ’άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε .



Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο . Γιατί .
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και προσμένω απάντηση.


Κανείς δεν θ’αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου .
Κι’εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται :
Μιά μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι’ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια , τα χαμένα φτερά .

 -Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…»
..............................................................................................................


Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Ένα καράβι παλιό σαπιοκάραβο 

..............................................................................................................

23 Οκτωβρίου 2016

Για μία άλλη Κυριακή..- της Σοφίας Θεοδοσιάδη..

Τούτος ο τόπος που μας γέννησε..μας έθρεψε και μας μεγάλωσε..είχε χαρές πολλέ κρυμμένες μες στα σπλάχνα του..και καρτερούσε πάντοτε για να μας τις χαρίσει..Από τα παλιά..απ' τα μικράτα μου..πάντα τα μάτια ήθελα να τα γυρνάω αλλού..να αλλαξοστρατώ..να φεύγω απ' τα συνηθισμένα και τα καθημερινά..να κάνω πάντα εγώ του κεφαλιού μου..Το σπίτι μου δέκα βήματα ..δέκα μονάχα βήματα..από την εκκλησία του χωριού..μα δεν εκίναγα ποτέ σχεδόν τις Κυριακές..να πάω δίπλα να λειτουργηθώ..Μαζεύονταν ο κόσμος όλος από το πρωί..στο πρώτο κιόλας χτύπημα..σαν άκουγαν καμπάνας..Ημέρα σκόλης πάντα η Κυριακή..εβάζαν τα καλά τους..Μια ανάσα για να πάρουνε από τον κάματο όλης της εβδομάδας..Να βάλουν ένα ρούχο καθαρό..να νιώσουνε ανθρώποι..Να βγάλουνε τα ρούχα τα λερά..να καθαρίσουνε το σώμα τους μαζί και την ψυχή τους..Με μάλωνε πολλές φορές η μάνα μου..μα αποτέλεσμα δεν είχε..


Πρωί -πρωί..αφού δεν πήγαινα σχολειό τις Κυριακές..και από το Σάββατο το διάβασμα εφρόντιζα για την καινούρια εβδομάδα να τελειώσω..έπαιρνα εκείνο το αγαπημένο μου..το γνώριμο στρατί.. εκείνο πίσω από το σπίτι μου..και με τους φίλους μου τους λιγοστούς..για τη βάλτα ετραβούσα.. Εκεί στο τούμπι.. στην πλαγιά..είχαμε χτίσει πολιτεία..Δική μας πολιτεία παιδική..που δεν της έλειπε τίποτα από τις αληθινές τις πολιτείες..Σπιτάκια άσπρα και δρομάκια αστραφτερά όλα με πέτρες καμωμένα..Αρχαία δεν είχε το χωριό μου εκείνο το μικρό..μα είχε κάποτε παλιά υφαντουργεία..Βρίσκαμε απομεινάρια από ξύλα και αργαλειούς.. σίδερα πεταμένα στα χωράφια.. Τα στήναμε και ''υφαίναμε'' στα ψεύτικα..μα τόσο αληθινά στης φαντασίας μας τα μονοπάτια.. έχουνε μεγάλη  φαντασία τα παιδιά και τι θαρρείς..χωρίς να το καταλαβαίνουνε.. ψάχνουνε τις ρίζες τους..λύνουν συχνά τις απορίες..ονομάτων και συνηθειών..ολόκληρης ζωής...

Γινόντουσαν ευχάριστες οι Κυριακές..σε κείνο το μικρό το χωριουδάκι..κι ας μην ευλόγαγε ο παπάς τη δούλεψη.. που τα παιδιά επροσπαθούσαν..Είχαμε την ευλογία του Θεού ,που από ψηλά μας εκοιτούσε..Εικόνες γέμιζαν τα μάτια μας απ' το παιχνίδι μας αυτό..και γέλια απ' τις κοπέλες που ''ύφαιναν'' τα αυτιά μας..Γέμιζε ο κάμπος κοπελιές χαρούμενες..της φαντασίας μας κορίτσια..που τα προικιά τους ύφαιναν για τους γαμπρούς και ετοιμάζαν..Κι εκεί.. πριν από το μεσημεριανό μας φαγητό..που η μάνα μας καλούσε..μαζεύαμε βατόμουρα και κολατσίζαμε..έτσι να το γιορτάσουμε..που άλλη μια Κυριακή..γυρίσαμε στις ρίζες που μας φύτεψαν σε τούτο το χωριό..
Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη.
.............................................................................................................

22 Οκτωβρίου 2016

Μίλτου Σαχτούρη, «Το ψωμί»

Μίλτου Σαχτούρη, «Το ψωμί»

 

 Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό
Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ουρανό!


[πηγή: Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971)
....................................................................................................................................................................

Όμορφα λόγια..ντυμένα με μουσική γλυκειά !!!
Υπέροχες εικόνες !!!
Ευχαριστώ Λίνα !!!
 


Χάρτινα όνειρα...இܓ Lina╮ 

..............................................................................................................

21 Οκτωβρίου 2016

μία τυφλόμυγα μικρή..που θέλησε χρυσόμυγα να γένει.. - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Μου λένε κάποιοι φίλοι μου κάθε φορά..για τη γενιά τους την μεγάλη και την ξακουστή.. μου αραδιάζουν τα ταξίδια ..τα πλουμίδια και τα γυαλιστερά τους τα φορέματα..πότε της φαντασίας τους..της μεγαλομανίας τους αποκυήματα και πότε αληθινά..Τι σημασία έχει άλλωστε..αφού αρρώστεια τους εχτύπησε ανίατη..και γιατρικό δε βρίσκουν..Κάνουν κύκλους ομόκεντρους γύρω από την πλεκτάνη τους ,που εσκαρώσαν μοναχοί γύρω από την ψυχή τους..Ούτε που μπόρεσαν να το σκεφτούν ,πως ήτανε μικρόβιο αυτό κολλητικό και ανίατο ..της περηφάνειας της ανόητης..της ψέυτικης και του αρρωστημένου εγωϊσμού.

Κι εγώ που είμαι μια απλή χρυσόμυγα..που σαν  μικρή ''τυφλόμυγα'' πετώ στα χαμηλά..τους αραδιάζω με υπερηφάνεια περισσή..την ταπεινή μα τόσο πλούσια σε εδέσματα ψυχής..την όμορφη ..μικρή καταγωγή μου..της γέννας μου εκείνης της απλής..που μου υπόσχονταν πολλά..Είναι ακριβή πολύ αυτή η καταγωγή..δεν φτάνουνε τα ευρώ τους να την αγοράσουν..άσε και που ποτές μου δεν εσκέφτηκα να  την εβγάλω στο σφυρί..Είναι κειμήλιο ιερό και ανεκτίμητο..και τα κειμήλια δεν πωλούνται..
Γι αυτό σε σας τους υπερφίαλους και τους χωρίς βάση.. ανόητα υπερήφανους..μια ιστορία θα σας πω.. που εσκέφθηκα μονάχη μου..καθώς σας εκοιτούσα..και τα σαθρά σας λόγια καθώς άκουγα..μήπως και καταλάβετε σαν τα μικρά παιδιά ..προτίθεμαι να σας μιλώ :

 <<  Ήταν λέει μια φορά κι έναν καιρό..στους κάμπους πέρα στα  λιβάδια τ' ανοιχτά..μία τυφλόμυγα μικρή..που θέλησε χρυσόμυγα να γένει..Τα βράδια που εφώλιαζε στου φύλλου απάνω την καρδιά..όνειρα γένναγε ολονυχτίς και το πρωί πετώντας  χαμηλά τα κυνηγούσε..Ήταν τυφλή και δεν τα έφτανε με μιας..μα αυτή κάτω δεν το 'βαζε ..και με ακούραστα πετάγματα αδιάκοπα ξοπίσω τους..για να τα πιάσει προσπαθούσε...
  Εσκάλωνε..μπερδεύονταν τα ευαίσθητα..πολλές φορές τα ποδαράκια της..πονούσε αυτή πολύ συχνά..Μα δε σταματούσε να πετά..επέταγε..επέταγε και έψαχνε.. και γύρευε σε ''χρυσόμυγα'' να μεταμορφωθεί..χρυσόμυγα να γένει..

Μια μέρα εκεί στου βράχου..κάτω στην πλαγιά..ένας νέος την πλησίασε ..την άρπαξε με μανία στην αρχή..για να την παγιδεύσει..του φάνηκε πολύ ενοχλητική..δεν του άρεσε διόλου το βουητό της..Έδεσε μια κλωστή στο ποδαράκι της και την εκάρφωσε στο χώμα..έξω από το σπίτι του μπροστά..να δει τι θα απογίνει..Βούιζε..βούιζε ασταμάτητα αυτή..έκανε κύκλους ατελείωτους γύρω από την αυλή του..ώσπου στο τέλος τα κατάφερε ..φαγώθηκε και το σχοινί και κόπηκε με μιας..και βρέθηκε ξανά μονάχη της στου κήπου τα μισά..

Κάθησε εκεί σε μια γωνιά και έκλαψε..έκλαψε που δεν έβλεπε και στα τυφλά πετούσε..Μα τα δάκρυα ήταν πολύ καυτά κι εβρέξαν τα φτερά της..Εστάθηκαν επάνω και εγυάλισαν τα μαύρα ταλαιπωρημένα της φτερά..Επόναγε πολύ..μα ξαφνικά κοίταγε γύρω της και επάνω της και είδε τα φτερά της..Τώρα της φάνηκε πως είχανε χρώματα..γυαλίζανε αλλιώτικα....χρυσίζανε και την γεμίσανε χαρά..
Εσκούπισε τα δάκρυα τα καυτά..και άλλα δάκρυα χαράς κυλήσανε στα μάτια τα κλειστά της..άξιζε έλεγε το χαμηλό μου πέταγμα..άξιζε κι αν ακόμη ήταν στα τυφλά..άξιζε και ας έχασα ..κι ας βρέθηκα με ένα κομμένο ποδαράκι..απ' την σκληρή κλωστή.. έκανα ταξίδια δεμένη στην κλωστή..μέρες και νύχτες μακρινά..εγνώρισα από ψηλά του κήπου τις γωνιές..Εμύρισα..αφουγκράστηκα..έβλεπα με τα μάτια της καρδιάς..γιατί ήμουνα τυφλή απ' την αρχή..
Τώρα έχω..έμαθα..ταξίδεψα..επλήρωσα τοις μετρητοίς εκείνο το λογαριασμό..για τα  χρυσά μου τα φτερά ..>>!!!!!!!!!!!!!

Κείμενο και παραμύθι - Σοφία Θεοδοσιάδη..
.............................................................................................................


Νάνα Μπινοπούλου - Μεγάλωσα με όνειρα (Τυφλόμυγα) - Official 

..............................................................................................................

Η αξιοπρεπής ταπείνωση...

<< Η καλοσύνη δεν είναι μόνο αρετή, είναι και εξυπνάδα >> 
Κι εκείνο το αδιανόητο : 
<< Γύρισε και το άλλο μάγουλο άμα σε χαστουκίζουν >> 
 είναι αποτελεσματικό από το να εκδικείσαι και να ανταποδίδεις..

   Όπως ζούμε ,έτσι καταλήγουμε.Η αυλαία του έργου μας βρίσκει απελπισμένους ,χαώδεις και μισότρελους,σαν το Βασιλιά Ληρ,όταν στο τέλος του τρομερού σαιξπηρικού έργου ,χαμένος από τη δόξα και την κολακεία που πόθησε ,παράδερνε στην καταιγίδα και στη νύχτα του νου του ,σαν κουρελής ,μουσκεμένος ,τρελός ζητιάνος¨με ανακατωμένα τα λευκά μαλλιά, τα γένια  και τα μάτια διάπλατα να κοιτούν επιτέλους την αλήθεια,αλλά ως θύελλα.

Η Κορδέλια  της σωφροσύνης δεν κατάφερε εγκαίρως να τον πείσει τι είναι η αγάπη η αληθινή,η αγάπη η ανιδιοτελής.Ένας ματαιόδοξος ,ένας ιδιοτελής πως να είναι σε θέση να παραδεχθεί την αγνότητα του άλλου,ακόμη και του ίδιου του παιδιού του ?
Η ματαίωση,η απόρριψη,η αποτυχία,η απώλεια για τον εγωιστή είναι καταστάσεις ανυπόφορες,τσακίζουν τα νεύρα ,τον γελοιοποιούν,τον αρρωσταίνουν ,τον κακιώνουν.Δύσκολα θα δεχτεί πως οι στόχοι του της αλαζονείας είναι ανεπίτευκτοι.


Μέσα σε ιερά κείμενα και σε πνευματικά λογοτεχνικά ,κυρίως ρωσικά,βιβλία κυκλοφορεί η παρατήρηση πως η αμαρτία είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς την αγιότητα.Ναι,για εκείνους που επιθυμούν την αγιότητα,που συναισθάνονται τον πόνο και την ασχήμια της αμαρτίας τους και τη μισούν.
<< Κανείς δεν αλλάζει αν δεν μισεί εκείνο που πρέπει να αλλάξει μέσα του >>  
 μου έλεγε ένας μυαλωμένος φίλος.
Να το μισεί !... Ούτε ψυχοθεραπεία ,ούτε πνευματικός,ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν μπορεί να σε βοηθήσει να γιατρευτείς αλλιώς.

Μάρω Βαμβουνάκη

(από το Χορό των Μεταμφιεσμένων )
Επιμέλεια κειμένου : Σοφία Θεοδοσιάδη.
........................................................................................................... 

Η παράδοσή μας σοφή...μας οδηγεί σε όμορφα ..δυνατά συμπεράσματα...μπορεί να μην είχε τον επιστημονικό τρόπο να καταγράψει ένα φαινόμενο..μα είχε τη γνώση να το δει...
Που οδηγεί η απώλεια της ταπεινότητας... 
Από την ιδιαίτερη πατρίδα μου τη Θράκη το παρακάτω σοφό τραγούδι....
η φίλη σας Σοφία....


                    'Τ'Αρμένου γιός πινέθηκε" Παρ.Θράκης 

..............................................................................................................

20 Οκτωβρίου 2016

οι αναμνήσεις μας οι Φθινοπωρινές.. σαν ''γέρικα σκαριά''- της Σοφίας Θεοδοσιάδη.



Φθινοπωριάτικο απομεσήμερο..κι ο ήλιος κάνει συντροφιά ..στο τραπεζάκι μας.. σαν ''γέρικα σκαριά'' οι αναμνήσεις μας..που από πάνω τους περάσανε χαρές...που αποθηκεύτηκαν προσεχτικά μες στο σκληρό μας δίσκο..Μιλάμε ..θυμόμαστε ασταμάτητα..μες στην Πλατεία του Συντάγματος..σε ένα τόσο δα μικρούλη τραπεζάκι..απλώσαμε και πάλι την πραμάτεια μας...
Φθινοπωρινή μέρα και σήμερα ..κι ανέσυρα αβίαστα  από το ντουλαπάκι μου της μνήμης..στιγμές μου παιδικές, εκεί στην εξοχή, όπου μεγάλωσα.... 'Ομορφα χρόνια!! 


 Ένας αξέχαστος ..μοναδικός παππούς..ο γλυκούλης μου ο πάππος μου.. είχε φτιάξει  ένα σπιτάκι από καλαμιές μέσα στο αμπέλι μας να συγκεντρώνουμε εκεί κάθε Φθινόπωρο.. τη Χειμωνιάτικη που θα μας χρειαστεί σοδειά..Κι έτσι.. αυτή την εποχή.. που τα φύλλα από την μεγάλη ακακία μας.. που  είχανε στρωθεί σαν ένα κίτρινο  χαλί μες στην αυλή μας.. εμείς μαζεύαμε  καρπούς από τα δέντρα τα δικά μας.. Τα μήλα, τα κυδώνια, τα αχλάδια και τα καρύδια που τα στεγνώναμε στις στέγες των σπιτιών.. αποθηκεύονταν στο υπόγειο  κελάρι μας..του δίπατου σπιτιού..που λειτουργούσε από μόνο του  σαν φυσικό ψυγείο!!! 

Μα και τι να πρωτοθυμηθώ από πριν..από το Καλοκαίρι που επέρναγε.. που συγκεντρώναμε  το καλαμπόκι μας και όλη η γειτονιά μαζεμένη εκεί τα βράδυα, το καθαρίζανε και φτιάχνανε πλεξούδες!!! Τις μαρμελάδες, απο τα ροδάκινα και τα δαμάσκηνα της νόνας μου!!! Τις σάλτσες από τις ώριμες  και τις λαχταριστές ...ξεχωριστής μοσχοβολιάς ντομάτες του ''μπαχτσέ'' μας!!! Ετοιμασίες για το χειμώνα..ένας ''οργασμός'' που η εποχή τον συνιστούσε..γιατί ο Χειμώνας στα μέρη μου ήταν πολύ βαρύς..και ήταν τα στόματα πολλά της οικογενείας μου ..που έπρεπε να τραφούν..

Εφτά νοματαίοι άνθρωποι καθόμασταν γύρω από το σοφρά ..το ευλογημένο μας τραπέζι..Χώρια και τα ξαδέλφια και οι γειτόνοι μας όταν έρχονταν απρόσκλητοι..να μη γευθούνε μια μπουκιά..απ' τα καλούδια της γιαγιάς μου ?
Μοιάζουνε για παραμύθι αυτά όταν τα κουβεντιάζεις ..κι όταν τα συζητάς..καταμεσίς της Πλατείας μιας Πρωτεύουσας..που άλλους ρυθμούς ζωής παρέχει.. Και αναπολώ ..και χαίρομαι..που είδαν τα μάτια μου αληθινές σκηνές ζωής..ανθρώπων γνήσιων ιστορίες..Είναι οι αναμνήσεις μου..που αράξανε στο '' μέσα'' μου ..σαν τα παλιά σκαριά..
Είναι η ζωή η δική μου αυτή η παιδική και το δικό μου παραμύθι..!!!!!!!!!
Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη..
............................................................................................................. 
 


                                         Φθινόπωρο - Καλλιόπη Βέττα 

..............................................................................................................

19 Οκτωβρίου 2016

Αεροβατώ..ονειρεύομαι..ή ψάχνω Δον - Κιχώτες ? - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.


 Σε τόπους που ρημάζουνε και πολιτείες που αδειάζουν..σε εποχές παράξενες που οι ανθρώποι πια δε λογαριάζονται και σαν να είναι αναλώσιμοι πλέον να σπαταλιούνται..σε δρόμους που δεν περπάτησα..δεν ξέρω καν που οδηγούν..ψάχνω και ονειρεύομαι να συναντήσω Δον - Κιχώτες..Σιωπή μονάχα απλώνεται τριγύρω μου...παγώσαν οι φωνές..σέρνονται πίσω απ' τα γεγονότα οι άνθρωποι..πάψανε να πιστεύουνε σε θαύματα που τα ιδανικά γεννούν..Κι εγώ μικρή κι ασήμαντη..ένα γρανάζι του τροχού.. αυτού του κόσμου που ελπίζει ..κι ας βογγά αιώνες τώρα απ' τους επιτήδειους..που χτίζουν ανεμόμυλους εις τα βασίλειά τους..
Αιθεροβάμων δεν εδήλωσα ποτέ μου..όπως κι εσείς κανείς.. ίσως οι άλλοι να μας επροσάψανε κατά πως δεν τους εσύμφερνε..έναν τέτοιο παράξενο ..της αρεσκείας τους τον τίτλο..Μα εγώ που  βλέπω πως του χρόνου το ρολόι αμείλικτο μπροστά μας προχωρεί, πετάω τη μάσκα του αμήχανου χαμόγελου..που η αμηχανία των καιρών μου κάνει δώρο να φορώ... γιατί..μου φαίνεται αγέλαστο.. συνηθισμένο..πια χαμόγελο και χιλιοφορεμένο..Βαδίζω και παρασύρομαι και σέρνομαι ξοπίσω του..του χρόνου να τον επρολάβω...και πότε ανοίγω μονοπάτια μόνη μου κι άλλοτε πάλι εγώ  βαδίζω στα τυφλά..

Γύρω τριγύρω ακόμα είναι Φθινόπωρο..κλαράκια πλέον δεν ανθούν..πότε ο ήλιος έρχεται ψηλά..και πότε παίζει ένα κρυφτούλι με το σύννεφο.. Κύματα υλιστικά..σκάνε καθημερινά  επάνω μου και μοιάζει να αεροβατώ..σαν επιμένω ουσιαστικά..σε αξίες που χρόνια ολόκληρα από τα χρόνια ακόμα τα παλιά κρατήσανε ορθό κι αγέρωχο τον άνθρωπο..πριν από κάθε καταιγίδα..Αεροβατώ ? Ρωτιέμαι στιγμές - στιγμές μόνη μου..ή εθελοτυφλώ και προσπαθώ αισιοδοξία να πουλώ..από εξαρχής στον εαυτό μου..μα και μαζί σας να τη μοιραστώ ? Κι απαντώ μονολογώντας με..πως ψάχνω πρότυπο να βρω..ακόμα και σε τούτον τον καιρό..που χάθηκε η πολιτική..και υπάρχει ζήτημα πολιτικό..και έλλειψη οράματος και έλλειψη φαντασίας..


Έναν Δον - Κιχώτη αναζητώ στους ανεμόμυλους και πάλι να με βγάλει..όχι πως θα κονταροχτυπηθώ με όπλα και με σφήνες..μα με ένα λόγο πύρινο..που αγέρας ίσως να γενεί..συνθέμελα να τρίξουν..Μα μοναχή μου πως να ξανοιχτώ..που γύρω μου απλώθηκε αποχαύνωση..χαθήκαν οι ονειροπόλοι..Οι Δον - Κιχώτες χάθηκαν του Μιχαήλ Θερβάντες..Γίνομαι ώρες- ώρες ίσως απελπιστική..μα να 'στε βέβαιοι δεν είναι ποτέ αυτός ο ίδιος ο  σκοπός μου..Μιλώ..ξεσπώ ..καυτηριάζω ..χαίρομαι και αγαπώ..είμαι άνθρωπος ζωντανός..και κουβαλώ..μες στο πετσί μου από όλα..άλλωστε τόσα παραδείγματα από παλιά μας οδηγούν στο δρόμο των αξιών..που ποτέ τους ίσως δεν εχάθηκαν ...απλά εξέφτισε η ούγια τους κάποιες φορές σε χαλεπούς καιρούς..ή μήπως πάλι ψάχνω χίμαιρες και χάνομαι σ' αυτές ?

Μα είναι οι νέοι εμπρός μου αγέρωχοι θαρρώ..που θα κινήσουν πάλι ένα πρωί..πολύ τους εμπιστεύομαι εγώ..και το υφάδι θα ξαναμπαλώσουν..δεν γίνεται να συνεχίσει αυτό το ξέφτισμα.. κάπου θα τελειώσει ετούτο το κουβάρι..της φτώχειας της πνευματικής..της απαξίας το κουβάρι... Μια χαραμάδα φως θα μπει και πάλι απ' το παράθυρο..θα 'ρθει και θα τρυπώσει στα θαμπά..θα τα φωτοσκιάσει τα άσχημα..κάπου εγκυμονεί η εποχή κάτι καινούριο να γεννήσει..αργεί..δύσκολη μοιάζει αυτή γέννα..μα κάθε γέννα νέα φέρνει ελπίδα..ελπίδα ..προσμονή..
Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη.
..............................................................................................................

Δον Κιχώτες - Μαρία Δημητριάδη





Χέρσα λιβάδια, οι λεωφόροι που περνάς
κι οι ουρανοξύστες, ανεμόμυλοι που τρίζουν
τις πανοπλίες των εχθρών σου μην κοιτάς
μόνο το φόβο τους στα μάτια που γυαλίζουν.




 

Στέλνει ο άνεμος ευχές από μακριά
Σκιές συντρόφων σου κυκλώνουνε την πόλη
μια λιμουζίνα τ’ άλογό σου προσπερνά
άξιζε ο δρόμος ως εδώ κι ας λείπουν όλοι.

Ας λέει ο χρόνος
πως γερνάει η ζωή
Σφυρίζει ο άνεμος
ακόμα αυτές τις νότες
τις τραγουδάνε
μες στις πόλεις
Δον Κιχώτες.
Ας λέει ο χρόνος
πως γερνάει η ζωή

..............................................................................................................

πληθύναν τα αδιέξοδα..δεν τραγουδάμε πια στις γυάλες - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Στέκομαι εκεί ..μπρος την οθόνη μου..ακούω ειδήσεις και εικόνες να περνούνε βιαστικά..κινηματογραφικά από μπροστά μου.. Σκέφτομαι..αναστατώνομαι και θλίβομαι..γελώ..χαίρομαι και λυπάμαι..Γρήγορες οι αναλλαγές..δεν προλαβαίνω όλες τους με μιας  να τις βιώσω..Κι έπειτα κλείνω την οθόνη μου και σβήνω τις εικόνες..Αφήνω τώρα το μυαλό..εικόνες μόνο του να ζωγραφίσει.. Κοιτώ μακριά απ' το παράθυρόφυλλο τη θάλασσα..έρημη πια η παραλία...Λες κι έσκασε το χώμα και εστέγνωσε η άμμος γύρω της...μοιάζει αδιέξοδη η ακτή ετούτον τον καιρό..

Πετάχτηκε από τη θάλασσα η ζωή με μιας και ψάχνει να σωθεί...Μα έτσι κι αλλιώς τα ψάρια και τα όστρακα δε ζούνε για πολύ καιρό μακριά απ' το νερό το αλμυρό..Στενεύουνε τα περιθώρια.. τα αδιέξοδα πληθαίνουν..Σφίγγεται και η ψυχή μου ξαφνικά..και μου ζητά σεργιάνι να τη βγάλω..Κοιτάζω πίσω μα και μπρος..στο μέλλον επιστρέφω..δεν το αντέχω το βλέμμα μου το σκοτεινό που εικόνες αδιέξοδου κοιτά...γιατί μόνο όλα το βλέμμα μου τα κάνει να παίρνουν σάρκα και οστά..και στη ματιά μου θα εστιάσω...



Ζω μες σε παραλίες μοναχικές..σηκώσανε κι οι βάρκες πια τις άγκυρες κι αλλάξανε λιμάνι..Μα εγώ ακόμα εκεί τη βάρκα μου επιμένω να αγκυροβολώ..στης ελπίδας το λιμάνι..Κάθεται ακόμα σιωπηλή κι ας τηνε δέρνουνε τα κύματα τα Φθινοπωρινά..κι ας της μηνούν πως θα 'ρθει Χεμώνας άγριος να την γκρεμοτσακίσει.. Επιμένω με τη βάρκα μου να  περιμένω εκεί..μέχρι και το  άλλο Καλοκαίρι..Δεν δύναμαι.. ασφυχτιώ τη θάλασσα να αποχωριστώ.. και μες στη γυάλα για να ζήσω..Δεν το αντέχω το αδιέξοδο του εγκλεισμού..δεν τραγουδώ στις γυάλες..Έχω χαραγμένα στη μνήμη μου έντονα και μεγάλα Καλοκαίρια..να τα ξεχάσω είναι αδύνατον..και όμοιά τους πάντα ψάχνω..Να 'ναι της ίδιας αξίας και ομορφιάς..δεν κάνω εγώ εκπτώσεις στους ανοιχτούς και τους απέραντους τους δρόμους...


Ψάχνω για φως..ένα μονάχα φως από μακριά να αναβοσβήσει..να φανεί..Σάπιες ειδήσεις μούρχονται απ' την οθόνη μου..σε σκουριασμένο πια κονσερβοκούτι..Γέμισε η χώρα μου κι ο τόπος μου αδιέξοδα..που οι ανίδεοι..χαραμοφάηδες.. υπερφίαλοι και άσχετοι.. δημιουργούν θαρρούν πολιτική μα και πολιτισμό..Ξανά και κάθε μέρα και ξανά..''βγάζουν τα ψάρια''για να ζήσουν στη στεριά..στις ξέρες πια τις βάρκες τις πετούν...

Πληρώνω όσο -όσο τα διόδια να περπατώ σε εθνικές οδούς..κι όχι σε αδιέξοδα δρομάκια.. Είναι δύσκολοι καιροί για ''πρίγκηπες'' μου λένε οι φίλοι μου..μα εγώ κλείνω τα αυτιά και δεν ακούω..το πείσμα μου με οδηγεί..με κατευθύνει..με καθοδηγεί.. πως απ' τα αδιέξοδα να γυρίσω πίσω ..να γλιτώσω.. Κι ας χάθηκαν οι ομπρέλλες του καλοκαιριού..ας πέταξαν επάνω από τα κύματα της αφρισμένης θάλασσας..δεν γίνεται επιμένω εγώ να στριμωχτώ ..και με τα όνειρα σε γυάλες να χωρέσω...
Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη.
............................................................................................................ 


Βίκυ Μοσχολιού - "το δίχτυ" - Σταύρος Ξαρχάκος 

..............................................................................................................