6 Ιουλίου 2016

-Οδυσσέας Ελύτης, «Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον Ε. Teriade»



“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο.
Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.

Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.

Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.

Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.

Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.

Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.

Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.

Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.

Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.

Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.

Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.” 
(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)
..............................................................................................................

Έτσι δυνατά..γεμάτα λόγια '' νοσταλγίας''και θαυμασμού..τα λόγια του Στρατή Ελευθεριάδη - Teriade..που είναι η παραφθορά του ονόματός του γαλλιστί..του Μυτιληνιού που κατέκτησε το Παρίσι..μας περιγράφουν τη μαγεία του φωτός..του Ελληνικού φωτός...που δεν σκιάζεται από τις πρόσκαιρες κάθε φορά αναποδιές...ανατροπές και δυσκολίες...Ήταν τα τέλη του 19ου αιώνα που γεννήθηκε..

Εξαίρετα λόγια...ένα κείμενο - άρθρο του εκδότη ..του σπουδαίου Έλληνα που διάλεξε το Παρίσι για πατρίδα ζήσης..που γνώρισε διανοούμενους..που γοητεύτηκε από την ελυθερία του πνεύματος της εποχής..μα που κατόρθωσε να παντρέψει το επιχειρείν με την τέχνη...Έγραψε 42 άρθρα τέχνης  και συνεργάστηκε θαυμάσια και δημιουργικά με τον άλλο Έλληνα Κριστιάν Ζερβό..που ίδρυσε τα << Τετράδια  
Τέχνης>>.Όταν οι εκδότες δεν είναι απλοί επιχειρηματίες ..γίνονται σπουδαία πράγματα...

Έγραψε άρθρα που έμειναν εδώ ..ανάμεσά μας..στην υψηλή λογοτεχνία  όπως : << Η μοναξιά της Ελλάδας >>
<< Το Ελληνικό Καλοκαίρι>>..
<< Σημείωμα για τα δέντρα >>..για να αποδειχτεί εκ των υστέρων..πως από όποιο πόστο κι αν βρίσκεσαι ..η ομορφιά της ψυχής δεν κρύβεται...όταν η Ελλάδα ''γράφει'' μέσα σου
..όπου κι αν βρεθείς...όσο κι αν δημιουργείς καλύτερα σαν βρεθείς σε τόπο που σου δίνει ευκαιρίες...ποτέ δε λησμονιέται στα βάθη της ψυχής...είναι σαν το σαράκι που σε κατατρώγει..ο τόπος που σε γέννησε...
Στο Παρίσι της ελευθερίας του πνεύματος ,της άνθησης της τέχνης και του μοντερνισμού..μεγαλούργησε ..μα δεν ξέχασε. 
Δικά του λοιπόν τα λόγια που ο Ελύτης μας περιέλαβε στο έργο του << Εν λευκώ >>.

Θαυμάζοντας τον άνθρωπο Στρατή Ελευθεριάδη - Σοφία Θεοδοσιάδη 
..............................................................................................................

Κλείνω μέσα μου νησιά...κι έναν έρωτα ωραίο...
μνήμες από το Αιγαίο...νάχω να λέω ..μέσα στις καταστροφές...
Ρίξτε φως Ελληνικό..νάχει μέλλον η αρχαία φωνή μου ..σε ένα κόσμο σαν κι αυτόν...
άσπρα χρώματα και μπλε.................... 

 Στίχοι : Νεοφυτίδης Ανδρέας... 
Μουσική :Νεοφυτίδης Νεοκλής.. 
!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! 


                       Μαργαρίτα Ζορμπαλά - Φως ελληνικό

.................................................................................. 
«Η μοναξιά της Ελλάδας», «Το ελληνικό καλοκαίρι» και «Σημείωμα για τα δένδρα». Πηγή: www.lifo.gr
«Η μοναξιά της Ελλάδας», «Το ελληνικό καλοκαίρι» και «Σημείωμα για τα δένδρα». Πηγή: www.lifo.gr

5 Ιουλίου 2016

Είναι μικρή η βάρκα μου..της Σοφίας Θεοδοσιάδη.


Είναι μικρή η βάρκα μου...μα τρανά τα όνειρά μου...και σαν τα κύματα ορθώθηκαν βουνό...δεν με τρομάζουνε καθόλου τα ''μικρά'' της τα κουπιά..έχουν γερό καραβοκύρη..Μέσα στα πέλαγα ξανοίχτηκα στο εκτυφλωτικό το φως...ζαλίστηκε η καρδιά και θόλωσαν τα μάτια μου...είν' Καλοκαίρι έξω εκεί...κι αναρωτιέμαι αν και στην καρδιά...θάρθει να φυτευτεί το Καλοκαίρι...΄Ηθελα νά 'μουνα πουλί στους ουρανούς τους γαλανούς της όμορφης της χώρας μου..πάντα με τα  ανοιχτά μου τα φτερά...κύκλους να κάνω..μέσα εις τα σύννεφα να γράφονται και οι χαρές..μα και οι λύπες μας...του κόσμου που εθέλησε..με δύσκολα φορές- φορές...κι άλλοτε πάλι ζάχαρες εσκόρπισε στους δρόμους μας...σαν καραμέλλες με  ζαχαρωτά.. για να μας κάνει να ξεχνούμε... 

 Σωσσίβια εγέμισε η θάλασσα η γαλανή...σωσσίβια πολύχρωμα..έγινε όλη η θάλασσα ..σα νάναι πανηγύρι...Τρέχουνε δώθε κείθε οι ανθρώποι για να σωθούν...η θάλασσα που έμπασε στα σπίτια τους τους τρόμαξε...δεν είναι γνώριμο αυτό...οι θάλασσες οι δυνατές ..να σκάνε στη στεριά...Ο παφλασμός τους άγριος και δυνατός...σαν μουγκρητό ακούγεται...βοή που τους φοβίζει ..τους αναστατώνει.

Ζωγράφος: Michael Ancher
Μα αν περιμένεις το μεγάλο το καράβι να φανεί για να σωθείς..ίσως αυτό ποτέ του να μην έρθει..Άρπαξε λοιπόν το τρεχαντήρι σου...που χρόνια το εξέχασες ..εκεί στην ξεχασμένη  την ακτή..και γέμισε απ' τα φύκια που εξέβρασε η θάλασσα και κόντευε να το σκεπάσει.. Ξεκίνα πάλι ,για άλλη μια φορά..μην κουραστείς...τράβα κουπί...περπάτα την τη θάλασσα..πήγαινε πίσω από τους λόφους για να δεις..τι κρύβεται πίσω από τους αμμόλοφους που λιάζοσουν νωχελικά...Το περιφρονούσες το τρεχαντήρι σου εκείνο το παλιό.. γιατί ήταν μικρό...και μόνο τα μικρά ψαράκια που εψάρευες με αυτό..δε σε ικανοποιούσαν χρόνια τώρα πια, χρόνια τώρα πολλά...γιατί εσύ εσυνήθισες μεγάλα ψάρια να σου φέρνουν έτοιμα..χωρίς να τα ψαρεύεις...

Ξέχασες και τη μυρωδιά της θάλασσας τα βράδυα που έριχνες τα δίχτυα σου...και με το πυροφάνι..αναζητούσες στο βυθό..καινούριες εμπειρίες να γνωρίσεις...Μα ήρθε πάλι η χρονική στιγμή...να θυμηθείς το κάλεσμα της ανοιχτής της θάλασσας...γιατί αυτή δε σε άφησε από τότε που την είδες και τη γεύτηκες...που τη δροσιά της σου εχάρισε..δε σε άφησε εκεί μέσα σου..ποτέ να την ξεχάσεις...Είναι το ταξίδι της το ''μαγικό'', που όλο λιμάνια σου υπόσχεται..ξανά τις άγκυρες να ρίξεις...
της Σοφίας Θεοδοσιάδη. 
..............................................................................................................

                      Θάλασσα πλατιά - Μάνος Χατζιδάκις

..............................................................................................................

4 Ιουλίου 2016

Γιατί να διαβάζει λογοτεχνία ένα παιδί; -ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ


Γιατί να διαβάζει λογοτεχνία ένα παιδί; Γιατί να θέλει να ταξιδέψει με το υποβρύχιο του Κάπταιν Νέμο 20.000 λεύγες κάτω από τη σκοτεινή, μαύρη θάλασσα, ή να διασχίσει με ποταμόπλοιο τον γεμάτο αλιγάτορες Μισσισσιππή παρέα με τον αναμαλλιασμένο και αθυρόστομο Τομ Σόγιερ; Γιατί να θέλει να πολεμήσει με τον Ιβανόη, ή τον Ντ’ Αρτανιάν εναντίον όλων των κακών, ύπουλων εχθρών του κόσμου; Γιατί να θέλει, όπως ο Πήτερ Παν να πετάξει στον ουρανό ή να πηδήξει με τη Μαίρη Πόππινς μέσα σε μια ζωγραφιά και να βρεθεί ξαφνικά στη χώρα του Ποτέ ή σ’ έναν υπέροχο κήπο με πιγκουίνους να του σερβίρουν παγωτό σοκολάτα; 

Γιατί να κοιμηθεί στη γλυκιά αγκαλιά μιας αρκούδας, όπως ο Μόγλης σε εκείνη του Μπαλού, ή ν’ ανάψει φωτιά στο στομάχι μιας φάλαινας, όπως έκανε ο ψευτάκος ο Πινόκιο; Γιατί να επιχειρήσει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ταξιδεύοντας σαν μικρός Φιλέας Φογκ, ακόμη και με αερόστατο, πάνω από επικίνδυνες, χιονισμένες βουνοκορφές; Γιατί να ακούσει τις συμβουλές ενός πάνθηρα, ενός γρύλλου ή μιας μικρής νεράιδας που ακούει στο παράξενο όνομα Τίνκερ Μπελ; 

Γιατί να θέλει να κονταροχτυπηθεί με ανεμόμυλους ή να καταδιώκει τον Μόμπυ Ντικ επί μήνες στις τρικυμισμένες θάλασσες; Γιατί να βγει βόλτα στο δάσος με επτά νάνους ή να κρυφθεί στο καμπαναριό μιας μεγάλης εκκλησίας μ’ έναν καλοκάγαθο καμπούρη, που οι φίλοι του, κάτι παράξενα πέτρινα ανθρωπάκια, τον φωνάζουν Κουασιμόδο; Γιατί να θέλει να φανταστεί ότι είναι ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Σεβάχ ο θαλασσινός, ο Αλαντίν, η Σταχτοπούτα, ο Όλιβερ Τουίστ, ο Δον Κιχώτης, η Ποκαχόντας, η γοργόνα Άριελ, ο Χάρρυ Πότερ; Ότι μπορεί να συνομιλεί με αετούς, ιππόκαμπους, τίγρεις; Ακόμη και με φαντάσματα, ξωτικά και τζίνια; 

Γιατί να θέλει ν’ ανακαλύψει το μυστικό που κρύβει βαθιά μέσα του καθώς τα μάτια του τρέχουν πάνω στις λέξεις του βιβλίου; Ότι είναι ένα μοναδικό, υπέροχο παιδί, που όμοιό του δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Που σ’ αυτόν τον νέο κόσμο που απλώνεται τώρα μπροστά του, όμορφο, μυστηριώδη αλλά κι επικίνδυνο, όλα όσα έχει φανταστεί και θελήσει μπορεί να συμβούν, φτάνει να έχει τη δύναμη να συνεχίζει, όταν τελειώσει το διάβασμα, να είναι ο εαυτός του. Που σημαίνει να δώσει κι αυτό μια μάχη, όπως όλοι οι ήρωές των βιβλίων του, εναντίον σε οτιδήποτε προσπαθεί να του αποδείξει ότι η ζωή είναι μια πληκτική, προβλέψιμη, πεζή ιστορία. 
ΧΑΡΗς ΒΛΑΒΙΑΝΟς.
.............................................................................................

Χάρης Βλαβιανός
Ποιητής
..............................................................................................

Τούτο το πρωινό καινούριας μέρας...- της Σοφίας Θεοδοσιάδη.


Τούτο το πρωινό ..καινούριας μέρας ξημέρωμα..μιας άλλης εβδομάδας.....πότε γλυκό και άλλοτε πικρόγλυκο να μοιάζει...ψάχνεις σταλάγματα καρδιάς για να μαζέψεις..Τώρα που ακρίβυναν οι αναπτήρες των ονείρων..μες στο σακίδιο..ένα κουτάκι σπίρτα απ' τους περασμένους τους καιρούς..έτσι παλιομοδίτικα σου λένε φλόγα πάλι να ανάψεις..να βάλεις στα όνειρα φωτιά να ζεσταθούν...Γιατί είν' κατακαλόκαιρο ...μα τα όνειρα παγώσαν..λες κι είν' ''χιονιάς''..και ο καυτός ο ήλιος δεν τα φτάνει..Μικρύνανε θαρρείς και οι αχτίδες του ..του ήλιου του ακούραστου...που τόβαλε πεισματικά..αιώνες τώρα ατελείωτους ..τη Γη να την φωτίζει...

Κι όποιος μονάχος του απέμεινε..και δίχως το ταίρι του πλανιέται..αυτός μονάχα ένιωσε όνειρο σβηστό τι σημαίνει...Είναι όμορφο  το πλέξιμο...και το ξήλωμα είν' τυράννια..Σαν γενηθεί ο άνθρωπος επάνω εις τη Γη..έτσι τον έφτιαξε ο Πλάστης του ταίρι πάντα να ψάχνει...σαν πέφτει από το άλογο το χέρι να του δίνει..Γιατί θαρρεί αντρίκια κι αν περπάτησε..πως ήρωας μες στα μονοπάτια της ζωής θα γένει..

Κανείς  ποτέ δε ρώτησε τους ήρωες..αν ήξεραν ..αν ήθελαν..ήρωες να τους λένε..Εγώ δεν καταλάβαινα ήρωας τι σημαίνει..Πάντα ονειρευόμουνα πάνω σε μια μικρή πεζούλα..μιας χώρας ίσως παραμυθένιας..και ονειρικής ,που χάρτης δεν την έχει..έτσι απλά σε μια πεζούλα να καθόμουνα..και τη ζωή την όμορφη να σιγοτραγουδούσα..Μα ήρθαν προξενητάδες και με πάντρεψαν και με βαφτίσανε ηρωίδα..και ούτε που με ρωτήσανε..αν τόθελα έτσι για να με λένε..







Τώρα τα βράδια τριγυρνώ...κανείς δεν το προσέχει..πως την καρφίτσα που μου καρφιτσώσανε ..δε θέλω πια να τη φοράω..Βαρέθηκα να με κοιτούν..σαν νάμαι ένα πανύψηλο ..αγέραστο και δυνατό δεντρί..Θέλω να γείρω τα κλωνάρια μου...και νάμαι ένα χαμόκλαδο..ένας μικρούλης θάμνος.. Απαρατήρητα όλοι να με προσπερνούν...αυτοί τριγύρω μου να ψηλώνουν και να κορδώνονται...κι εγώ να μειδιώ..γιατί δεν εκατάλαβαν το μάταιον...που το μονοπάτι της ζωής...που είναι γεμάτο από αγκάθια..δεν εκατάλαβαν και αναλώνονται μέσα στης περηφάνειας τους τις ώρες τις χαμένες...πως το μονοπάτι αυτό το υπερφίαλο..ίσα προς το γκρεμό τους βγάνει..

Παραμιλώ και τούτο εδώ το πρωινό..της μέρας που εχαράξε..της νέας της ελπιδοφόρας λέν' ξανά..μιας υποσχόμενης Δευτέρας... .καθώς τον αναπτήρα των ονείρων μου τον ψάχνω..τι.. πάλι σήμερα είναι μια άλλη βδομάδα πιο ''ζεστή'' θαρρείς στο νου...και περιμένει φλόγα να της δώσω...
Σοφία Θεοδοσιάδη.
..............................................................................................................

                              .Ελένη Βιτάλη - <<ΤΟ ΔΙΧΤΥ>>
.............................................................................................................

3 Ιουλίου 2016

Νίκος Καρούζος, «Αλλόφρονας Ιούλιος»


“Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα
φωνήματα κληματαριάς- τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…
Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο
Οπού ‘χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.
Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος- εδώ ο ύπερος.
Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα
προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας
ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο
να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.
Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας”.
..............................................................................................................

 


Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή

Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε πάει όνειρο χρυσό στους δρόμους τ’ ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού


Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιος το αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άσπρο ανέσπερο και φως εωθινό.
 
....................................................................................................................................................................

2 Ιουλίου 2016

Φ. Γκ. Λόρκα, «Μπαλάντα μιας μέρας του Ιουλίου»




“Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.
Πού πας, ομορφούλα μου,/ Χιονούλα και ήλιε;
Πάω στις μαργαρίτες/ του πράσινου λιβαδιού.
Δε φοβάσαι/ που αλαργεύεις μόνη;
Ούτε ο ερωδιός ούτε ο ίσκιος/ φοβίζουν τον έρωτα.
Τον ήλιο να φοβάσαι, ομορφούλα μου,/ χιονάτη κόρη.
Έχει φύγει η καρδιά μου,/ για πάντα.
Ποια είσαι, λευκή κόρη,/ κι από πού έρχεσαι;
Γυρίζω από τους έρωτες/ κι από τις κρήνες.
Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.
Τι έχεις στα χείλη σου/ που τα φλογίζει;
Το άστρο του καλού μου/ που ζει και πεθαίνει.
Τι έχεις στο στήθος σου/ λεπτό κι ωραίο;
Το σπαθί του καλού μου/ που ζει και πεθαίνει.
Τι λεν τα μαύρα μάτια σου,/ σοβαρό και βαθύ;
Τη σκληρή απελπισιά μου/ που πάντα πληγώνει.
Γιατί φοράς μαύρο/ του θανάτου μανδύα;
Αλίμονο, είμαι θλιμμένη/ κι άκληρη χήρα,
του κόντε της Δάφνης/ της Ροδοδάφνης.
Αφού κανέναν δεν αγαπάς,/ τι ψάχνεις εδώ;
Το σώμα του όμορφου κόντε μου/ της Ροδοδάφνης.
Ψάχνεις λοιπόν τον έρωτα να βρεις/ άπιστη χήρα;
Σου εύχομαι να τον βρεις.


Τα άστρα του ουρανού/ είναι οι πόθοι μου,
σ’ αυτά θα βρω τον εραστή μου/ που ζει και πεθαίνει.
Αναπαύεται μες στο νερό,/ χιονάτη κόρη
σκεπασμένος με νοσταλγίες/ κι άσπρα γαρίφαλα.
Αχ, ιππότη περιπλανώμενε/ στα κυπαρίσσια,
μια νύχτα φεγγαρόφωτη/ σου χαρίζει η ψυχή μου.
Ω, Ίσις ονειροπαρμένη!/ Κόρη δίχως γλύκα,
με στόματα παιδιών/ λέει τις ιστορίες της.
Την καρδιά μου σου δίνω./ Μια καρδιά ήρεμη
πληγωμένη από το βλέμμα/  των γυναικών.
Γενναίε ιππότη,/ ο Θεός μαζί σου.
Πάω να βρω τον κόντε/ της Ροδοδάφνης.
Αντίο, δέσποινα μου,/ κοιμισμένο ρόδο,
εσύ πας στον έρωτα/ κι εγώ πάω στο θάνατο.
Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.
Η καρδιά μου αιμορραγεί,/ κόκκινη κρήνη”.

(Φ. Γκ. Λόρκα, Ποιητικά άπαντα, εκδ. Εκάτη)
............................................................................................................. 



                                

                          Νανούρισμα (Τάνια Τσανακλίδου) 

..............................................................................................................

 

1 Ιουλίου 2016

Καλό μήνα Ιούλιο !!!

 Καταμεσίς Καλοκαιριού..Ιούλης ήρθε πάλι μήνας...κι εσείς εκεί να τριγυρνάτε μες στης μνήμης μου τις κάμαρες...να με ζεσταίνετε...πίσω να με γυρνάτε...μα και να με οδηγείτε και μπροστά...Όχι ποτέ μου δε σας άφησα μονάχες σας κανένα Καλοκαίρι...Έτρεχα πάντα εκεί ξοπίσω σας...στις θάλασσες που άπλωσα ..εκεί σιμά στα βράχια ..στα εκκλησάκια τα μικρά..με τις καλές γοργόνες...στις θάλασσες που μου μίλαγαν..και εκυλούσανε σαν τον παφλασμό του απογευματινού του κύματος.. τις μνήμες...

Πάντα Ιούλιο με ''ταξίδευες''δεν ήθελες τον Αύγουστο που όλοι ξεκινάνε...Ήθελες να μας νιώθεις έλεγες..μονάχοι σαν κινούσαμε...τα βράδια τα ζεστά τα Καλοκαιρινά...αθόρυβα ,,χωρίς οχλαγωγία να τα απολαμβάνεις ...Εκεί στην άκρια της θάλασσας ..πότε στο ένα το νησί...και άλλοτε στο άλλο...Μα το αγαπημένο σου από όλα το σημείο που σε μάγευε...το κρατησα βαθιά μες στην καρδιά μου...Δεν ξαναπέρασα από κει...όχι γιατί δεν μπόρεσα ..ούτε γιατί με θλίβει...μα για να αφήσω ανέπαφα τα λόγια που ειπώθηκαν...εκείνη την όμορφη βραδιά..εκείνου του Ιούλη...που εγιορτάζαμε τη μικρή...και είχαμε βάλει τα καλά μας..

 Όλα τα λόγια και τα βλέμματα που ειπώθηκαν και ζωγραφίστηκαν...τα άκουσε και τα φύλαξε καλά...εκείνη εκεί η μικρούλα η γοργόνα...Κανείς δε θα μπορέσει να τις πάρει λέξη από αυτά...γιατί κάθε βραδυά..τα τραγουδάει μονάχη της...τις άρεσαν τα λόγια μας τα αγαπησιάρικα...και στους ανέμους τα μοιράζει...Πάντα όταν ζεσταίνει ο καιρός...δροσιά αναζητούνε οι ψυχές...τα σώματα και ο νους...Με τα τραγούδια και τους ήχους τους καλοκαιρινούς...θα πορευτούν και τούτο τον Ιούλη οι άνθρώποι..

Είναι δύσκολος...το ξέρω...γεμάτος από μνημόνια...γεμάτος από περικοπές μισθών ...συντάξεων..και προπαντός περικοπές ελπίδων...Μα πως να αντέξει η ψυχή αν αφεθεί...αν μαυρίσει και κατρακυλήσει...αν δεν ανυψωθεί...έστω και με τα λίγα τα απλά...μέσα από τα αγγίγματα τα καλοκαιρινά...που ρίγος φέρνουνε στο νου μα και στο σώμα...Και όπως τα βράδυα τα ξεχωριστά...ας ξαναφορέσουμε και  μέσα κι εξω τα καλά μας..είναι τα βράδια αυτά τα καλοκαιρινά...με το φεγγάρι από ψηλά να μας κοιτάζει...τροφοδοσία της ζωής...μιας ολάκερης ξεχωριστής ζωής του ανθρώπου..Τώρα γεμάτη από τα αρώματα ..τα βράδυα μας του Ιούλη τα όμορφα τα καλοκαιρινά...έρχονται βράδυα και ακόμα σιγοτραγουδώ..τραγούδια περασμένα...που μου λένε πως :

<<Στα ίδια μέρη θα συναντηθούμε >> ..

Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη.
..............................................................................................


Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια - Γεράσιμος Ανδρεάτος 

.............................................................................................................