29 Ιουλίου 2020

''συρτάρια παλαιά''


Συχνά..στην κοίμηση του δειλινού..
στο τέλεμα της μέρας
 ένα σάλεμα αέρινο αναζήταε η ψυχή..
παρά που η μέρα εκύλαε σκληρά
κι ούτε που εγνώριζε την έκβαση της αύριον ημέρας..
ανάμεσα απ' τη μοσχοβολιά της δεντρολιβανιάς ..
και της γαρδένιας του αρώματος της γλάστρας  ..
στην έμπαση της μνήμης της
στης νοσταλγίας και στης θύμησης 
τα μονοπάτια οδηγούσε.. 
Συρτάρια παλαιά..
στον τριανταφυλλένιο μου κομο
γλυκά επωάζουνε κρυμμένα μυστικά
ημεροφύλακες πιστοί αλλαργινών ημεροδρομίων περπατημένων..
λησμονημένα αποζητούνε ολίγον φως
του ήλιου της ψυχής να φωτιστούνε..
 
Μνήμες πολύτιμες..σε ημερολόγια παλιά
σκόρπιες σαν έρχεστε νοσταλγικά
σοφά φθαρμένα μου τετράδια ..
πόσο σας αγαπώ τα βράδια τα μοναχικά..
όταν σας παίρνω και κοιμάμαι αγκαλιά..
σαν λυπημένα με κοιτάτε..
Αιμορραγεί η ψυχή..
στάζει μελάνι η πένα μου αργά
απ' το γιορτάσι της ζωής..
ταινίας ακυκλοφόρητης..δακρύζοντας
σημάδι να σταλάξει..
 
παρήγορον το παραπεμπτικό
της ''αύριον''..
στο μελανό της νύχτας μου βελούδο..

''συρτάρια παλαιά'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

26 Ιουλίου 2020

'' βαρκαρόλα τ' Αυγούστου''

φωτο : από το διαδίκτυο

Ο Αύγουστος π' εσίμωνε..ήγειρε τις αισθήσεις..
κι όταν η ψυχή εστένευε και εβούλιαζε στα βάθη το πρόσταγμα μιας άγκυρας επρόσμενε εντός
εσήκωνε ο αγέρας τα πανιά 
τη βαρκαρόλα που ελαχτάριζε μες στο καρνάγιο της δεν άφηνε να σέπεται..την μερεμέτιζε συχνά..τη φρόντιζε..πολύ την αγαπούσε..

την έλυνε απ' τους κάβους της γοργά
στα πέλαα να τη βγάνει..
εφόρτωνε τις λιγοστές αποσκευές 

ποτές της δε λησμόναγε  να παίρνει συντροφιά του Αυγούστου το φεγγάρι.
τραγούδια να  της στέλνει απ΄ τα ψηλά
τα μάγια να  της λύνει.. 
μέσα στις έναστρες νυχτιές 
στον πηγαιμό στης ουτοπίας το νησί  
καινούρια ρεύματα θαρρείς 
να καθαρίζουν τα παράλια νερά... 
τ' ονείρεμα να δένει στα κουπιά 
εκεί ν αφήνεται απαρχής.. 
ηθελημένα να την παρασέρνουνε 
οι σειρήνες της ψυχής 
πως ν' αρνηθεί το Καλοκαίρι 
με τα μαδριγάλια του..
της τελικής προσχώρησης των θέλω της.. 
πως ν' αρνηθεί την κλίνη της 
της βαρκαρόλας του Αυγούστου.. 
και ευτυχώς που η θάλασσα εντός κι εκτός τη θάλπει.. 

Επιμύθιον σωτήριον για την πικρία της ζωής  
τα ακατόρθωτα ..αταξίδευτα ονείρατα..
να ταξιδέψουνε στα πέλαγα
μαζί τους να σωθεί..


''βαρκαρόλα τ' Αυγούστου'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
.....................................................................................................................................................................

23 Ιουλίου 2020

''ψυχές στις αιώρες''

Christian Schloe art
Οι θλιβερές ψυχές
ακροβατούνε γύρω μας
λες κι έχασαν τα χνάρια τους
στου χρόνου τις αιώρες..
σέρνουνε θρήνους που αφήκαν εις τη Γης
της ατιμίας που εγεύτηκαν τον πόνο
γυμνές σαν τους Πρωτόπλαστους
που εψάχναν τον Παράδεισο
θρηνώντας για την εντολή
του  μήλου της Εδέμ..
 
Σαστίζω και σ' αναζητώ
στις λεγεώνες των ψυχών
γνωρίζω τα σημάδια τα δικά σου.
ζωή και θάνατος μου στήνουνε χορό
τον ίσκιο σου στο άυλο γυρεύω
χάνω τα λόγια στις σκιες
γίνεται η αγάπη αφορμή
σπαράγματα οι λέξεις μου οι ύστερες..
δεν σου 'πρεπε να τριγυρνάς αναμεσίς
στις θλιβερές ψυχές των..των γερόντων..
μα εσύ επέταξες σαν διαβατάρικο πουλί
και έφυγες στ' απρόσμενα κι εχάθης.
μεσούρανα..όπου αναπαύονται τα Πνεύματα
στην έναστρη αρμονία της Βερενίκης..

Επιθυμία μου κρυφή
αχ! πόσο θα 'θελα να εφυλάκισες τα βλέμματα
εκείνα που για αγάπη σου μιλούσαν
για να τα κουβαλείς μαζί σου στο απλανές
το σύμπαν να γεμίζεις προσδοκίες.
Ψυχές μου μόνες θλιβερές
σωπάστε πια σαν καλαμιές
στον κάμπο της ψυχής μας να γυρνάτε
κοινή η μοίρα των θνητών
μη μου το λησμονάτε..
αιώνες περπατούνε στις ακτές
έρχεται η παλίρροια μεσοπέλαγα
τα ίχνη τους τα σβήνει..
αμυδρή η ελπίδα μου στη γης
ίσως μια μέρα στο διηνεκές
πάλι οι ψυχές να γίνουν ταίρι.

''ψυχές στις αιώρες'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

22 Ιουλίου 2020

''στης μνήμης το βυθό''



Κι εγώ που έλεγα πως πλάστηκα
γοργόνα στ' ανοιχτά να κολυμπάω
πέρασα μέρες στην ακτή ιχνηλατώντας..
τώρα στης μνήμης το βυθό σε κατοικώ
λούζομαι στα σκοτάδια τις νυχτιές
τη μέρα στον αφρό σου ξαποσταίνω..
κι αν σου έτυχε ποτές να βυθιστείς κοράλλια
ν' ανασύρεις στο λαιμό σου
γοητευμένος την ανάσα να κρατείς
τι όμορφα στ' αλήθεια που είναι εδώ να πεις
στων κοραλλιών τις κρύπτες
ν' αγαλλιάζει η ματιά σαν τα κοιτάς
στους ήχους τους να υγραίνεται η ψυχή
και στις στεριές σου να στεγνώνει.
Μη μ' αρνηθείς κι απόψε την κατάδυση
το σκότος του βυθού μου δε φοβούμαι
γοργόνες μου χορεύουν ρυθμικά
σ' εσένανε με φέρνουνε σιμά
λικνίζουνε το νου μου...
συχνά απολησμονιέμαι στα βαθειά
δεν με τραβά κοντά της η πεζότης
το αλισβερίσι της ζωής μου φαίνεται φτηνό
αγοράζω όσο- όσο τις στιγμές
εκειές που στο βυθό μου με μεθούνε..
μα πάλι επιστρέφω τα πρωινά
σαν μου χτυπά το τζάμι η αγάπη λατρεμένων..
σβήνω τις φλόγες στο γαλάζιο μου βυθό
όσες τις νύχτες τις μοναχικές
έρχονται και με καίνε..
 
''στης μνήμης το βυθό'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

21 Ιουλίου 2020

''ασίγαστα τζιτζίκια''- Δοκίμιον Λυρικόν


 art   Nino Chakvetadze
Απ' όλα πιότερο που εζωγράφισα στη μνήμη μου..από τα περασμένα Καλοκαίρια μου..των Αύγουστών μου
των ζεστών που αποχαιρέτησα και των ελπιδοφόρων..είν' η ξυπολησιά μου δίπλα εκεί..στα γνώριμα ποτάμια μου..
μέσα στους ήλιους τους καυτούς ..εγώ να τρέχω εκεί ξοπίσω τους κι εκείνα να κυλάνε..σ' ένα κυνηγητό ονείρων άνισο..πλωτό....

Νόστος θα πεις αγιάτρευτος..εκείνα τα αδέσποτα παιδιά..παρέα με τα τζιτζίκια του χωριού..ασίγαστα τζιτζίκια οι παιδικές ψυχές..στις άκρες απ' τα βάτα και στους κλώνους τριγυρνάνε.Τώρα που όλοι αλλάξαμε..που άλλαξα κι εγώ..στην πρωινή μου τη δροσιά..εκείνη που μου μούσκευε τα δάχτυλα στα πόδια..στα απέραντα λιβάδια της ζωής μου τα ασύνορα..

επιστρέφω να βραχώ .....

Χρώματα..ήχοι..κάματος..μελίσσι σε καιρό μιας σύναξης ανθοφορίας μελιού..σοδειές μεγάλες και μικρές..εμπειρίες καλές μα και κακές..μα πάντοτε σοφές..σε πανηγύρι απλώνονται ..πραμάτεια των ματιών μου..τα αραδιασμένα τα γεράνια σου στου τοίχου ακουμπισμένα του ασπρισμένου μας σπιτιού..τα σύκα τα ολόγλυκα..τα τζάνερα..απ' τα δέντρα εκεί στις άκρες απ' των χωραφιών τα σύνορα..με μαεστρία συναγμένα.

Τα Καλοκαίρια είναι ο δρόμος μου της παιδικής καταφυγής μου..
Απόγευμα Καλοκαιριού κάτω απ' τις ακακίες..κατακαλόκαιρο κι η φέτα ενός ζαχαρωμένου καρπουζιού..να στάζει στο μπλουζάκι..στη σιέστα του μεσημεριού αποκαμωμένη η γιαγιά να αφουγκράζεται των νιάτων τη συνέχεια και της ζωής το άνθος.Νόστος γλυκός με κυβερνά και από τότες κάθε Θέρος επιστρέφω...

''ασίγαστα τζιτζίκια'' - Δοκίμιον Λυρικόν
Σοφίας Θεοδοσιάδη..
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

20 Ιουλίου 2020

''Σαν πεταλούδα διάφανη'' - ( στην κόρη μου )


φωτο: από το διαδίκτυο



Σαν πεταλούδα διάφανη μιαν Άνοιξη
πιτσιλωτά είχες τα φτερά..στο κίτρινο στο μαύρο
ανυποψίαστη ταξίδεψες στο άδηλο
τις ονειροπαγίδες που σου έστηνε ο χρόνος να δαμάσεις
κατέβηκες στον κήπο μου
και από τότες κάθε χαραυγή..φορείς το φόρεμα της Ηούς
στα φυλλοκάρδια μου τρυπώνεις  απλώνεις τα μετάξινα φτερά..τη γύρη κλέβεις της δικής μου της ψυχής
μέλι για να το κάμεις..
κλέβεις τη γύρη απ' τον ανθό..μου το ακουμπάς..
το ρόδο το μισάνοιχτο μου ανθίζεις..  
χίλιες ευχές σου τραγουδώ σήμερα που στον Αη- λια
το λόφο στο ξωκκλήσι μου φωτίζεις..
ανοίγω το βιβλίο των ευχών
με τη μεταξωτή κορδέλλα απ' το ερμάρι της καρδιάς
της μάνας την ευωδιαστή ευχή..να σου ταχυδρομήσω
Ηλιανή μου ακριβή..
η γύρη που τρυγάς απ' τη ζωή
τα όνειρα γλυκά να σου μελώνει..

''Σαν πεταλούδα διάφανη''- Σοφίας Θεοδοσιάδη ,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

19 Ιουλίου 2020

''η γοητεία του κλασσικού''



Κι εκεί που λες πως όλα έχουν καταποθεί 
στης μέγγενης του χρήματος ..
στης Σκύλλας και της Χάρυβδης το στόμα.. 
εκεί που όλα μοιάζουν ανεπιστρεπτί 
στο Μαμμωνά παραδομένα 
εκεί που αγέλες έρμαια σέρνονται
στης πολιτικής την σκοπιμότης
έρχεται κείνη η ώρα που γεννιούνται οι ψίθυροι..
κάτω από την Ακρόπολη 
το λογισμό σου κλέβει..
εκεί που οι ήχοι της ψυχής χτυπούν 
και λούζονται τα μάτια
είναι η γοητεία του κλασσικού..το ιδεατόν
το πνεύμα της ανύψωσης
νικά τον ελιτίστικο αυτισμό
και μας σταλάζει ελπίδα..
πως μου χαρίζεται ο έναστρος ο ουρανός
πως μου χαρίζονται πετράδια ακριβά
όντας τα βράδια σεργιανώ με αγαπημένους μου
κι οι Καρυάτιδες λικνίζονται στο βράχο.
Γόησσα η Ακρόπολη 
στέκεται αγέρωχη στη μανία του Βορρά
γροθιά στο πρόσκαιρο..εις το φθαρτό
καθώς βαθαίνει η ρίζα τους
γυμνή να ξεσκεπάζει την αλήθεια..
Η αλήθεια κρύβεται εκεί όπου ξεπλένεται η ψυχή..
εκεί που ο νους λογοδοτεί 
καθώς κουράστηκε και η Γης να τρέφει άστεγες ψυχές ..
μίζερες αυταπάτες.. .

''η γοητεία του κλασσικού'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη


.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,...............

17 Ιουλίου 2020

<< Μοιάζεις της θάλασσας>>

φωτο : από το διαδίκτυο


Στις παρυφές της Δύσης μου
μοιάζεις της θάλασσας μου μήνυσες
κι έσκυψες και με φίλησες...
με την ψευδαίσθηση της λύτρωσης
αφέθηκα..ολάκερη βυθίστηκα
μεθώντας με το ρόδινο βελούδο των χειλιών σου
ώσπου απόκαμα..καινούρια πάθη
λάθη που μεθούν..
το μέσα μου άνεμο ξυπνούν
στου Ποσειδώνα την αγκάλη με κοιμίζουν ..
''Πόσο στ' αλήθεια θάλασσα
γυναίκα εσύ της μοιάζεις''...
μου το εψιθύρισες και πάλι απ' την αρχή..
θαρρούσες πως τον ψίθυρο αγνόησα
σε κοίταξα με βλέμμα δακρυσμένο..εκστατικό
σπαράγματα οι συλλαβές..οι λέξεις των ματιών μου..
''η θάλασσα κάθε φορά παίρνει το χρώμα της αυτό
από τον ουρανό που τη σκεπάζει''..
''μην κλαις κυρά μου εσύ κι οι θάλασσες δεν κλαίνε..
μόνο σταλάζουνε δροσιά..σ' ερωτευμένων τα κορμιά
λικνίζουνε τον έρωτα στο κύμα τους τα βράδια''..

<< Μοιάζεις της θάλασσας>> - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,, 

16 Ιουλίου 2020

''από το συρτάρι της γιαγιάς Σοφίας''


φωτο : από το διαδίκτυο
Από μικρό παιδί δε μ' άρεσαν τα παραμύθια που για Δράκους εμιλάγαν και για μάγισσες κακές..κι ας ήτανε και οι δράκοι και οι μάγισσες στοιχειά μες στη ζωή μας..τα παραμύθια έψαχνα να βρω απ' τα χείλη της γιαγιάς..που για αγάπη θα μιλούν..θα την κοιτούν κατάματα..θα συγχωρούνε τους σκληρούς..τους απερίσκεπτους ετούτης της ζωής.. την αχαριστία θα συγχωρούνε..Μεγάλωσα κι ακόμα με παραμύθια είναι καμμιά φορά..που θέλω να στα λέω..είναι που θέλω την παρηγορία να γευτώ..να τα γιομίζω τα λαγούμια της ψυχής..μη μένουνε χτισμένα με λιθάρι..εκεί εις τον πάτο..στο τσουκάλι να βουτάω..για να τ' ακούς  γλυκύτερα..να βγαίνουν τα μαντάτα μελωμένα..
 
«Ήτανε μες στο δύσκολο καιρό..μια μάνα που είχε τέσσερα παιδιά..δυο γυιούς και δύο θυγατέρες μέσα στη φτώχεια και στης ανέχειας τον καιρό..έδινε μάχη καθημερινά..καρβέλι μην τους λείψει..δεντριά να γίνουνε ψηλά σαν κυπαρρίσια..αγάπη να βρουν στη ζωή..δουλειά και περηφάνεια.
Τα μοσχοανάθρεψε με αγάπη περισσή..τα ροζιασμένα δάχτυλα το χάδι  τους απλόχερα τρατάραν..
μα η ζωή έχει άνθιση και έχει και φθορά..κι εγέρασε ανήμπορη τα πόδια της να σύρει..

Αρρώστησε και έπεσε στην κλίνη της βαρειά..έμενε εις το διπλανό χωριό..εκεί στο σπίτι τους το πατρικό..που εγέννησε κι ανάθρεψε τα τέσσερα παιδιά της..ο άντρας της ήτανε αποθαμένος από καιρό..την άφησε με τέσσερα ορφανά..και είχε εις τον πέτρινο καιρό τα πέντε στόματα μαζί με το δικό της για να θρέψει..κι έστειλε και εμήνυσε με μια γειτόνισσα καλή στο γυιό της τον πρωτότοκο βοήθεια να ζητήσει..μα εκειός άπονα την αγνόησε..της μήνυσε πως δε μπορεί..το χωράφι με το αλέτρι του σέρνει και το οργώνει..εθύμωσε η μάνα του κι ευθύς τον καταράστη..ωσάν το αλέτρι σου που σέρνεται στη γης..όφις να σέρνεσαι του μήνυσε στα χώματα επάνω..και η κατάρα έπιασε και όφις εγεννήθη...

 
  Κι ύστερα μήνυσε στο δεύτερο το γυιό βοήθεια να φέρει..κι αυτός επροφασίστηκε πως δίχτυ έβαζε στ' αμπέλι του αγκαθωτό..μη φάνε τα σταφύλια τα πουλιά και τι θα απογίνει ..χρόνος για τη μάνα  δεν επερίσσευε..και ίσως να μπορέσει..όταν τελειώσει τη δουλειά στο σπίτι της να έρθει..κι εκείνη πικραμένη εξεστόμισε κατάρα να τον πιάσει..όλο το δίχτυ επάνω σου να κουβαλάς..μ' αγκάθια η πλάτη σου να είναι ζαλωμένη..κι εγένηκε σκαντζόχοιρος με μιας..με αγκάθια εις την πλάτη φορτωμένος..
 
  Κι έπειτα ήρθε η σειρά των κοριτσιών βοήθεια να ζητήσει..έστειλε και εμήνυσε στην κόρη τη μεγάλη της.. μα εκείνη επροφασίστηκε μπουγάδα πως τελειώνει..κι άλλη κατάρα εξεστόμισε..με λόγια πικραμένα..τη σκάφη σου στην πλάτη μια ζωή να κουβαλάς..το βάρος να σηκώνεις..κι ευθύς χελώνα εγίνηκε με μιας..η κόρη η προκομμένη και κουβαλεί τη σκάφη της ..και κρύβει τη μουσούδα της απ' τη ντροπή καμμένη..Απόμεινε η μικρότερη το στερνοπούλι της.. η χαϊδεμένη θυγατέρα..της μήνυσε απελπισμένη πως αγκομαχεί..βοήθεια να φέρει..κι εκείνη εζύμωνε ψωμί..στα αλεύρια μπερδεμένη..Τρέχει και πάει στο σπιτικό της μάνας της με χέρια και με την ποδιά στα αλεύρια με τη ζύμη  κολλημένη..
Τι έχεις μάνα..που πονείς..γιατρό για να σου φέρω..βοτάνια να σου ψήσω..βάλσαμο..να γιάνει ο πόνος σου με μιας..να μη μου τυραγνιέσαι..Την πήρανε τα δάκρυα τη γρια..γλυκά την εχαϊδεύει..σκύψε κόρη μου μικρή..την κόμη τη χρυσή σου ν' ακουμπήσω..μια ευχή να θέσω στα μαλλιά..για να την έχεις φωτοστέφανο..όταν θα τα χτενίζεις..να 'χεις την ευχή μου κόρη μου κι ό,τι ακουμπούν τα χέρια σου μέλι γλυκό να μοιάζει..Έγινε μέλισσα η κόρη η μικρή.. το μέλι για να στάζει..κι απ' τις κηρύθρας της το βιος κεριά να χύνονται στα εργαστήρια της ψυχής..το φως μέσα στην οικουμένη να προβάλλει..

 
Η μάνα εξεψύχησε..με δάκρυα στα μάτια..δεν ήτανε η αχαριστία των τριων της των παιδιών..που αρνηθήκανε βοήθεια..και εραγίσαν την καρδιά της .. μα ήταν που εξεστόμισε κατάρες στα παιδιά..που εβύξαξε απ' το γάλα της..της φάνηκε ανελέητα σκληρό..πως μπόρεσε για μια μοναδική στιγμή  να γίνει πέτρα η καρδιά της..για ήταν ο πόνος ο σωματικός της που της εγονάτισε το νου..κι εφούρκισε τα χείλη..αυτή που με ξεσκισμένη την καρδιά αναφώναε ''μη χτύπησες παιδί μου''.Εζήτησε συχώρεση απ' το Θεό..τα μάτια πριν τα κλείσει..
Η μάνα είναι θάλασσα..είναι αγκαλιά του κόσμου..πρέπει να συγχωράει..να 'χει φτερούγες να σκεπάζει τα παιδιά.. η αγάπη είναι που αλλάζει..μαλακώνει τις ψυχές..κακό φυτεύουν οι κατάρες..μα άνθρωπος είναι και η μάνα με αδυναμίες τι θαρρείς..θυμό και ενοχές..μην την παρεξηγάτε..
μα σαν θα πάρεις την ευχή βγες άφοβα στη στράτα..»

Αλήθεια.............
αναρωτηθήκατε ποτές κι εσείς..τι είναι αυτό που μας φέρνει στις ευθύνες μας μπροστά..απέναντι στους γέροντες γονείς μας? Είναι χρέος ανταπόδωσης..είναι απλή επιστροφή των κόπων και των πεπραγμένων τους..είναι ο φόβος της κατακραυγής μας του περίγυρου ή είναι ενσυναίσθηση και όσμωσης ψυχών..μιας φιλοσοφίας εμβάνθυσης για την κοινή τη μοίρα των ανθρώπων μες στο χρόνο..και μήπως τελικά μιας ανιδιοτελούς αγάπης που εγεννήθηκε από τα μικράτα μας και μέσα μας αιωρείται ως το τέλος?

''παραμυθία της μέλισσας''

( από το συρτάρι της γιαγιάς Σοφίας) -  της Σοφίας Θεοδοσιάδη..
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

''βραδυάζω με τα γιασεμιά ''


by Vivienne Bellini
Στον πελαγίσιο αγέρα παραδίνομαι
μοσχοβολούν τα γιασεμιά 

στο φράχτη μου μαζί μου ξενυχτούνε
της νύχτας τη μελαγχολία μου ακουμπούν 

στάζοντας ευωδίες..
έρχεσαι φευγαλέα..χάνεσαι
το ξέρω το έμαθα καλά
αλλάζουνε τοπίο κι οι ψυχές
τα τρυφερά τα λόγια τα γαληνεμένα σου
τα φέρνει ο φλοίσβος από την ακτή

βασανισμένες οι ώρες μου
σε σένα ο νους σαν τριγυρνά
αμήχανα τα χέρια στη σιωπή
το απτό σου ψαχουλεύουν..
γλιστράς αθόρυβα στο πλάι μου
ίασμος η ανάσα η παγωμένη σου
στο φράχτη της ψυχής μου..
και τι θαρρείς..
σε καρτερώ τα βράδια μου
είναι ψυχές τα νυχτολούλουδα
στους φράχτες σκαρφαλώνουν
δε θέλω να με λησμονάς
βραδυάζω με τα γιασεμιά
τη νύχτα σε ανθίζω..
μην ποτιστείς της άρνης το νερό
πριν γίνεις νυχτολούλουδο σ' αγάπησα
κι ακόμα σ' αγαπάω..

''βραδυάζω με τα γιασεμιά '' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

15 Ιουλίου 2020

''υπόγεια μαϊστράλια''


φωτο : από το διαδίκτυο
Εκάλπαζε ο νους μες στην ακρογιαλιά
τον εχαϊδεύανε ηδονικά
υπόγεια μαϊστράλια ..
αντάριευαν οι θάλασσες
θάλασσες είναι μη θαρρείς..
γαληνεμένες άλλοτε
κι άλλοτες αγριεύουν
μα τη δροσιά τους εις το βράχο σαν γευτείς
ποτέ σου πίσω δεν γυρίζεις...
η μνήμη στα παλιά πετράδια τριγυρνά
λες κι είναι πάπυρος παλιός
με ένα κορδόνι τυλιγμένος..
με παροτρύνει απόψε ο άνεμος
σε μια τελετουργία μυστική
να σ' αγαπήσω πάλι απ' την αρχή
και να σε νοσταλγήσω..
Ω!!! το Καλοκαίρι μας στο Μόλυβο..
έσκυψες και τη μάζεψες..
μια πέτρα μαύρη τόσο δα μικρή

μες στη λευκή τη συλλογή μου
λες και  μικρό παιδί που βρήκε θησαυρό
να την φυλάξει στην κρυψώνα..
έχω μια λύπη απόψε στην ψυχή
φλέβες γυμνές οι σκέψεις μου
φέρνει απ' τα βάθη της η θάλασσα
υπόγεια μαϊστράλια
βυθίζε το του έρωτα το αρχέγονο 
το μαύρο σου πετράδι..
μα πάλι συλλογάμαι τι θα ήμουν στη ζωή
αν για το λίγο που είν' το διάβα μας
έχανα το πετράδι απ' τα μάτια μου
έσβηνα τα σημάδια απ' τα φιλιά σου..
κάλλιο να βρέχομαι εις το βυθό
αναγεννά την απουσία σου
παρά η πεζότης στη στεριά..

για να με καταπίνει..

  ''υπόγεια μαϊστράλια'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

13 Ιουλίου 2020

''Ως Ενυώ πτολίπορθος''


φωτο : από το διαδίκτυο
Ποθείς γλυκά το παραμύθι να σου πω
και το μαρμαρωμένο βασιλιά να αναστήσω
μα εμεγάλωσες πολύ καλό μου εσύ
και πως να ημπορώ να σε κοιμίσω..
Γύρισαν οι βαρβάροι εις της Πόλης τα στενά
κραυγάζουν στα σοκάκια..
στρώνουνε κόκκινα χαλιά.
να γονατίζουν στο Θεό επί της γης
δίχως το βλέμμα να υψώνουν στα ουράνια..
μα ο Θεός δεν κατοικεί στη γης
το μπλε παντρεύτηκε του ουρανού
έχει τα σύννεφα για σπίτι..

Κι ο εις
ο ανόητος ως άλλος Αγαμέμνων αγνοών
της υστεροφημίας του το θάνατο υπογράφει.
αλαφιασμένος εξουσίας αιμοδιψής
κάτω από το κόκκινο χαλί
το φόβο της ψυχής του ενεδρεύει..
Τολμώ..ως άλλη Κλυταιμνήστρα
εμπροστά του να σταθώ
θεία δίκη να αποδοθεί ευλαβικά
για τον ανόητον φανατισμό
καθώς μου έλεγε ο δάσκαλός μου ο Λιαντίνης
ο σοφός
πως οι θρησκείες θ' αφανίσουνε τον κόσμο..

Τρομάζει από έξω σαν περνά
χτυπούνε ακόμα εκκωφαντικά
τα σήμαντρα απ' την Αγια - Σοφιά
το νου του ταλανίζουν..
να θάψει όλα τα εμπορεί

μα οι ψυχές που εστάθηκαν εκεί
πετούν σαν πεταλούδες στους φεγγίτες

σαν προσπαθείς ν' αντισταθείς στο ιδεατόν
άδικος κόπος..πεταμένος
οι κάμπιες σέρνονται στη γης
φτερά δεν αποχτούνε..

Ω! απολίτιστε άντρα..απολίτιστε λαέ
ως Ενυώ πτολίπορθος
που κάστρα και σεβάσμια υβρίζει
στον πάπυρον της Ιστορίας θα καταγραφείς
ως πότε για επέλαση  βαρβάρων θα ομιλούμε
σε απολίτιστο πολιτισμό..
ως πότε θα αποκοιμίζετε τον άμοιρον λαόν
με όπιον σκοταδισμού..με φερετζέ..και με σαλβάρι
να ψάχνει μες σε λάθος διαδρομή
Θεό και τον Αλλάχ..
η λήθη θα σας τιμωρεί στων χρόνων τις αιώρες
και όλο θα βυθίζεστε στο σκότος
ω! βαρβάροι..

''Ως Ενυώ πτολίπορθος''- Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
 H Eνυώ (πολεμοχαρής) = ήταν θεότητα της σφαγής και του θορύβου του πολέμου..
λεηλατούσε τα σεβάσμια..
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


''η γοητεία των''


φωτο : από το διαδίκτυο
Λες και κουβαλούν από τα βάθη των βυθών
ιστορίες ανείπωτες..θαμμένες..
κοχύλια που μας ταξιδεύουνε σε θάλασσες αληθινές..
μα και του νου τις θάλασσες
της απεραντοσύνης μας στο σύμπαν..
τούτη την ομορφιά κρατούμε του ανέλπιστου..
την τοποθέτηση στο χώρο και στο χρόνο..
στο θρόισμα της νιότης μας στην άνθιση
τολμάμε τη βουτιά εις το βυθό
και στη φθορά του χρόνου που μας κυβερνά
τούτη η αναζήτηση..η εξερεύνηση
ιαματικό απόθεμα για τις ραγισματιές
στους βυθισμούς και στα ναυάγια.
Τούτη η ανεξήγητη η γοητεία των
γλυκά αναπαύεται με ξέπλεκα μαλλιά
επάνω στην ψυχή μας..

''η γοητεία των'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

12 Ιουλίου 2020

''τα στερνά και τα ύστερα''



φωτο : από το διαδίκτυο

Κι αν τα στερνά τιμούν τα πρώτα μας

κι αν άλλαξες περπατησιά
συχώρα με που ξύνω τις πληγές
είν' οι πληγές ραγισματιές
ματώνουν και το χέρι που τις ξύνει..
μπροστά σου επιθυμούσα να σταθώ
κριτής σου να μη γίνω..
κριτής ας γίνει μόνον ο Θεός
αν τον κουβάλησες ποτές
στην αδειανή  ψυχή σου.

Το ψέμμα σου εκκωφαντικό..
οι λέξεις σου ανερμήνευτες
ανήλιαγες οι βλέψεις σου
δεν φύτεψες..δεν ρίζωσαν
δεν σπάραξαν στα μέσα σου
στο καλντερίμι σου του ψεύδους αλητεύουν..
λαθραίας προελεύσεως οι νότες σου..
έρχεται το φεγγάρι μου ανάλγητον
το φάλτσο τους φωτίζει..
 
Στο σκοτεινό της σμέρνας το θαλάμι σου
έρωτας δεν εφώλιασε
η δίψα του βολέματος
σαν μάνα σε θηλάζει..
τα Καλοκαίρια σου αργούν
ίσως και να μην έρθουν..
μη μου θυμώνεις που στα μολογώ
ελάχιστος περπάτησες εις τη ζωή
θα απογραφείς ολίγος στα στερνά σου..

''τα στερνά και τα ύστερα'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

10 Ιουλίου 2020

''Εάλω η αιδώς '' - ( αφιέρωμα Αγια- Σοφιά )


Κι εγώ που θέλησα στις ανοιχτές τις θάλασσες
να ταξιδέψω τα όνειρά μου..
που θέλησα στεριές να πιάσω στέρεες..
στεριές που να  βλασταίνουν μια πατρίδα αλλιώτικη..
να με αγκαλιάζει..να με θάλπει
φόρεσα το φουστάνι μου το θαλασσί ..ξυπόλητη...
να περπατήσω...να κατέβω ως την ακτή
σαν να 'μουνα αερικό..σαν ξωτικό..από αλλού φερμένο...
Και επερπάτησα πολύ...και εταξίδεψα
και τα 'βρεξα τα πόδια μου
και το μακρύ μου το φουστάνι μου το θαλασσί...

Και πίστεψα...και ήλπισα..πως το σκαρί που με ταξίδευε...
δε θα 'μπαζε ποτές νερά 
στα βράχια να με ρίξει..
κι ύστερα ένα πρωινό μου κούρσεψαν το όνειρο
έμοιαζαν να 'ναι πειρατές
όχι από ξένες θάλασσες..αλλοτινά φερμένοι
απ' τις γνωστές..δικές μου θάλασσες
και προσπαθούσα να μη χάσω τα ιδανικά
πάλευα με τα κύματα που εγένναε η ψυχή μου
με φώτιζαν οι φάροι μου..στα έρημα λιμάνια
κι όταν κουράζομουν πολύ
τον ουρανό εκοίταγα και έλεγα πως όλα θα αλλάξουν
μια πίστη με κατέτρωγε..γλυκά με κυβερνούσε
κι ένα μάτι δακρυσμένο με εκάρφωνε
της Παναγιάς το δάκρυ τ' αλμυρό
μου εστάλαζε ελπίδα.
εδρόσιζε το σκοτεινό το βράχο μου
που χρόνια εκουβάλαα μαζί μου.
αγνάντια του εβρέχομουν ώσπου

Εάλω η αιδώς γιαγιά..
ένωσε με το δάκρυ τ' αλμυρό της Παναγιάς
το δάκρυ το δικό σου
κάντο βροχή να πέσει εις τη γης
εάλω η συνείδηση..ο πολιτισμός εάλω
την ξανααλώσαν την Αγια - Σοφιά
τα λόγια σου τραγούδι στην ψυχή μου
''πατρίδα μας είναι η ψυχή μας μοναχά
σαν ξέρει να ριζώνει..
η εκκλησιά μας μέσα κατοικεί
το μέσα να αλώσουν δε μπορούνε''.
Εχάϊδευα το βράχο μου
ζωγράφιζα απάνω του τους κάβους μου
σημάδια για το χρόνο να αφήνω
να λένε σαν περνάνε οι καραβοκύρηδες
πατρίδα εγώ πως έχτιζα..στα ανεμοδαρμένα κύματα
στη μέση του πελάου..

''Εάλω η αιδώς '' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,




7 Ιουλίου 2020

''στη λίμνη Αχερουσία''

φωτό : από το διαδίκτυο
Θα 'ναι μια μέρα σαν τις άλλες
ο ήλιος θ' ανατέλλει αψηλά
μα εσύ δε θα σαι εδώ για να τον δεις
μια αναγγελία με γράμματα θαμπά
θα λέει πως έφυγες για τόπους χλοερούς
ένθα ουκ έστιν λύπη ή στεναγμός
οποία η αντίφασις θαρρώ..καθώς
χορτάτη από λύπες..πόνους..στεναγμούς
χορτάτη κι από τις χαρές
που σου ετράταρε η ζωή σου η μικρή
εις το επέκεινα εκδράμεις.

θαρρούσες τη γραμμή πολύ τρανή
σειρήνες για το τέλος τραγουδούσαν σκωπτικά
έτσι που εξεκίνησες γεμάτη ορμή
σε εκαλούσαν αίφνης εις το άσμα το στερνό
και ακολούθαες ανήμπορη..γαλήνια εσύ
το μάταιον να αποχωριστείς
στο νεκροκρέβατον να πάψει να ενεδρεύει.

στην παραζάλη σου αυτή..
θα ναι το κηδειόχαρτό σου ένα απλό χαρτί
σε λίγες μοναχά γραμμές
θ' ανιστορεί το βιογραφικό σου..
απ' 'οπου εξεκίνησες..τι έγινες
αν έκανες παιδιά..
θα κλαίνε οι δικοί σου οι ανθρώποι μοναχά
οι άλλοι βιαστικοί θα κοντοστέκονται
μειδιώντας για τη γνωριμία τους μ' εσέ
και άλλοι θυμωμένοι που δεν κάθησαν
μαζί σου στο στασίδι..

Ο θάνατος..
μυστήριο άλυτο για την πεπερασμένη λογική
ο λυτρωτής ψυχών..αγροίκος..ισοπεδωτής
την τρυφεράδα της ψυχής σου αγνοεί
την όμορφη θωριά  δε λογαριάζει..
θα σε τραβήξει βίαια ένα πρωινό

στη λίμνη Αχερουσία θα σε βγάλει..
μα εγώ στα πράσινα νερά της θα σε καρτερώ
κοινή η μοίρα των ανθρώπων εις τη γης
η πίστις θα με θάλπει
σε νούφαρο μιας λίμνης σαν θα μεταμορφωθείς
κάτω απ' τις ρίζες στα νερά θα κολυμπάω...


''στη λίμνη Αχερουσία'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
................................................................................................................................................................

5 Ιουλίου 2020

''λησμονημένες δρυάδες''

φωτο : από το διαδίκτυο
Κι όταν οι απουσίες της πυκνώνανε
γεμίζανε την κάμαρα..σκεπάζανε τα βράδια

έψαχνε στα σκοτάδια στης αράχνης τον ιστό
ίχνη ζωής που επλέκονταν
στη μηχανή του χρόνου..
με το ξημέρωμα νωρίς
στο παραθύρι εσίμωνε
εμέτραε τους ήχους της σιωπής
στης λεύκας στον πεζόδρομο
που ακούμπαε ως το τζάμι της.
η υποψία την  επήγαινε..έψαχνε για σκιες
καθώς συνθλίβονταν στο φως
μορφές σχηματισμένες..
σαν τότες στα μικράτα της
στους βάλτους π' εροβόλαε
εις τους απέραντους λευκώνες της
να συναντήσει ξωτικά..απέθαντες δρυάδες.

Η φαντασία με ταχύτητα φωτός
το συναπάντημα έψαχνε
στης πόλης τις ολιγοστές
κρυψώνες των παλιών νυμφών
εσκιάζονταν στο θόρυβο
εκρύβονταν στις φυλλωσιές
λησμονημένες ετριγύρναγαν
στους λιγοστούς..παλιούς κορμούς
τις νύχτες κουβαλώντας υποσχέσεις..

Ελπίδα της κρυφή στις προσευχές
να διώξει τα φαντάσματα
με τη χαμένη της τη μία τη μοναδική
την ξεχασμένη  της δρυάδα
ο ήχος απ' την άρπα της
να κλέψει τις οδύνες της...τις οιμωγές
π' εστοίχειωναν βαθειά μες στα φυλλώματα
σαν μια γλυκειά απουσία..
ίσως και να 'χε τη δικιά του τη μορφή
που χρόνια την εκαρτέραε
να σώσει την ψυχή της..

''λησμονημένες δρυάδες'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
....................................................................................................................................................

3 Ιουλίου 2020

''ναυάγιο στο μουράγιο''


φωτο : από το διαδίκτυο

Μου γράφεις 
πως εναυαγήσαν οι Κυκλάδες των ονείρων σου
ετσακιστήκανε οι λέξεις οι κενές σου στο μουράγιο..
μην κλαις καλέ μου που οι γλάροι 
δεν πετούνε πια πάνω από την ακτή σου..
για τα ναυάγια που σχεδίαζες εψές
σε έρωτες ανίερους
απαρχής τους βυθισμένους..
στείρο το κλάμα σου ηχεί
σε ώτα ονειροπόλων..
 
τα όνειρα είν' πανιά λευκά ιστιοφόρου αβύθιστα
μοιάζουν με άσπρες πεταλούδες
αλλάζουν ρότα οι πεταλούδες σαν οι αγέρηδες
τους κήπους ανελέητα ξεριζώνουν.
αλλάζουνε συντεταγμένες τα γερά σκαριά
μένει στην έρημη ακτή ο άνοος
μονάχος του ως άπελπις
ο καπετάνιος άτολμος
τη ρότα στη μανέτα να αλλάξει..
 
ο αληθινός ο ναυαγός συνομωτεί με την ακτή..
καλαφατίζει το καράβι το ναυαγισμένο του
ψάχνει μια ξέρα να σωθεί..
μία φωτογραφία στο θάλαμο το σκοτεινό
κρατά στα ύστερα νοσταλγική
κάθε που πλησιάζει αργά
στο ξεχασμένο ακρογιάλι..

''ναυάγιο στο μουράγιο'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,