2 Οκτωβρίου 2016

Παίρνει το χρώμα του ουρανού η θάλασσα..- της Σοφίας Θεοδοσιάδη

Παίρνει το χρώμα του ουρανού η θάλασσα..κάθε που έρχεται Φθινόπωρο..Χειμώνας ..Άνοιξη ..Καλοκαίρι..Περνάνε τα καϊκια από μακριά στο βάθος του ορίζοντα..της γκρίζας θάλασσας ..κάτω απ' την Παλιοβούνα.Λιγόστεψαν οι άνθρωποι που κολυμπούν Φθινοπωριάτικα..μα εμένα η καθημερινότητα με τα ατελείωτα τα πήγαινε - έλα της εκεί ξανά σ' αυτήν την αγαπημένη μου ..εκεί με οδηγεί..Λούζομαι στα γαλήνια της νερά..που αναδεύουνε παφλάζοντας.. πέρα δώθε κουνώντας τις βαρκούλες δίπλα μου..αράξανε κι αυτές..

Βουτάω το κορμί..βουτάω το βλέμμα μου στο βαθυγάλαζο ..να απλώσω επάνω μου ζητώ το χάδι της..ν'απλώσω την ελπίδα..και να ''γευτώ'' την τελευταία αλμύρα της..που απλόχερα μου δίνει.
Μονάχη μου ..με κόσμο λιγοστό...λατρεύω τούτο τον καιρό..απομακρύνομαι..και παρασύρομαι..αφήνομαι στα κύματα..αφήνομαι σ' ένα τραγούδι σιγανό..ένα ''χορό'' από στιχάκια..που'ρχονται μες στη σκέψη μου..τις τελευταίες απλωτές...καθώς στα όμορφα νερά της.. σαν τολμώ να αφεθώ..

Γελώ μονάχη μου στιγμές- στιγμές..και απορώ ..πως με μαγεύει πάντα αυτή η ''μάνα'' θάλασσα..αυτή μονάχη της με τόση δύναμη και μου ξαναγεννά την παιδικότητά μου.Χαμογελώ ..σκέφτομαι..παρασύρομαι και αποχαιρετώ το απαλό το χάδι της..την αλμύρα που μου τράταρε όλο το Καλοκαίρι.Βαδίζω βιαστικά στο σπίτι πια της φίλης μου..πρέπει να μοιραστώ τις σκέψεις μου..Εφθινοπώριασε για τα καλά ..κι εγώ ακόμη ανοίγομαι και γέρνω τη ματιά προς την πλευρά της θάλασσας.

Της Κυριακής το απόγευμα και του απολογισμού..της ενδοσκόπησης και της καινούριας εβδομάδας η ελπίδα...
Αδειάζω το δισάκι με τα μπανιερά..πέτρες..κοχύλια..όστρακα.. απομεινάρια του Καλοκαιριού ατάκτως εριμμένα..Πρέπει να τα φυλάξω πια στις γυάλες μου..μαζί με αναμνήσεις..Καλοκαιριού που πέρασε και δεν ξαναγυρνά...Κρατάω την αλμύρα ..το αλάτι της..έτσι να νοστιμίζει εκεί τις θύμισες ..μέχρι το άλλο Καλοκαίρι.
Του χρόνου πάλι!!!

 Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη 
..............................................................................................................
.
 

Tchaikovsky - THE SEASONS: OCTOBER ("Autumn Song") 

..............................................................................................................

1 Οκτωβρίου 2016

..εκεί στον κήπο της καρδιάς..μια πεταλούδα διάφανη - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Ήρθε μια πεταλούδα διάφανη πρωί - πρωί..κι έφερνε κύκλους γύρω μου πετώντας.. λες και ήτανε χαρούμενη...που μ' έβλεπε να κελαηδώ και να χαμογελώ...Είναι η ψυχή μου μου' πες ..κι εγώ που τόσο στη ζωή μου λάτρευα οι ψυχές να μ' αγκαλιάζουν ..αναγάλλιασα με μιας..δε θέλησα σε σκέψεις άβολες να μπω...Δε θέλησα τις θεωρίες μου να αναλύσω...τίποτα από όλα αυτά που διάβασα δεν ήθελα να ισχύουν..Πόση ανάγκη έχει η ψυχή στιγμές - στιγμές απ' την αλήθεια και την πραγματικότητα να φύγει..να πετάξει...Μια πεταλούδα διάφανη ...εκεί στον κήπο της καρδιάς..γύρους να φέρνει ..ολόγυρα...Μα μελαγχόλησα για μια στιγμή...πως γίνεται εσκέφτηκα να είναι η πεταλούδα αυτή...η δική σου η ψυχή..αφού εσύ είσαι ζωντανός..και οι ψυχές των ζωντανών στο σώμα κατοικούνε...

Επέμενες..όχι είναι η δική μου η ψυχή..που πέταξε από τόσο μακριά..και θέλησε να βγάλει διάφανα φτερά.. θέλησε να σε αγκαλιάσει...ζεστά τριγύρω σου γυρνώ...δε θέλω άλλη καμμιά ψυχή να 'ρθει κοντά σου και να σε πληγώσει...Για να σε γεμίσω αγάπη προσπαθώ...αλώβητη να μείνεις στο εξής...Μα δεν είναι εύκολο πολύ αυτό που προσπαθείς...γεμίζουνε τη νύχτα οι κήποι μας άγριες νυχτερίδες..και η δική σου η ψυχή την ώρα εκείνη αναπαύεται...για να πετάξει δεν μπορεί...Άπλωσα μονομιάς τα χέρια μου την πεταλούδα να εγκλωβίσω..να μου  κρατάει συντροφιά τις νύχτες που κοιμάμαι..Μα σκιάχτηκα..φοβήθηκα.. μην τσαλακώσω τα φτερά της διάφανης της πεταλούδας...Την άφησα ελεύθερη στον κήπο να πετάει...κι αν μόνη της αντέχει αυτό το πέταγμα..τότε θα το τολμάει...Κατέρευσαν οι θεωρίες μου για τις ψυχές..αυτές που νόμιζα, πως των πεθαμένων έχουν τη δύναμη μονάχα πότε- πότε  να πετάνε..Ένα άγγιγμα φτερουγιστό..το βλέμμα μ' εκανε να στρέψω στην πεταλούδα αυτή..μήπως και την ψυχή σου αναγνωρίσω...

Σοφία Θεοδοσιάδη
..............................................................................................................
.
 Πεταλούδα - Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
............................................................................................................

Ήρθαν οι μυρωδιές απ' τα αη δημητριάτικα..- της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Ήρθαν οι μυρωδιές απ' τα αη δημητριάτικα..τα όμορφα χρυσάνθεμα και γέμισαν την κάμαρα πρωί -πρωί από νωρίς και με ταξίδεψε εκείνη η μυρωδιά..πίσω εκεί εις τα παρτέρια της μάνας μου,την όμορφη αυλή μας...έτρεξα για να κόψω πάλι απ' τα καννελιά- χρυσά τα άνθια τους..γιατί ένα χρώμα της άρεσε πάντοτε να φυτεύει..Αυτά είναι μας έλεγε τα παραδοσιακά..τα κλασσικά χρυσάνθεμα..έχουν ξεχωριστή τη μυρωδιά απ' τα παλιά..Μα η αυλή μας ήταν γεμάτη από φωνές και κίνηση..τούτο το μήνα που έμπαινε..λες και βιαζόταν ο πατέρας μου μη τύχει και του ξεγλιστρήσει..Να προλάβουμε να σπείρουμε Φανή..εφώναζε της μάνας μου..γιατί ετούτο τον μήνα τον Τρυγομηνά..που λέμε εμείς οι Πόντιοι..(αν και στην υπόλοιπη Ελλάδα λένε το Σεπτέμβρη Τρυγητή..ίσως γιατί εκεί ψηλά στα Βόρεια στη δική μου την πατρίδα ,το κλίμα είναι πιο δροσερό..κι αργούνε να ωριμάσουν τα σταφύλια..) κι αν  δεν προκάνεις να σπείρεις από νωρίς της έλεγε τούτη την παροιμία: 
<< "Οκτώβρης και δεν έσπειρες, οκτώ σωρούς δεν έκαμες".>>

Ήταν εκεί και η καρότσα με το τρακτέρ του εξαδέλφου μου που εξεφόρτωνε τα ξύλα...πολλά τα ξύλα μες στην αποθήκη μας..γιατί ο Χειμώνας εκεί στα Βόρεια..ήταν μεγάλος και βαρύς κάθε χρονιά..Κι όλα εμείς τα μικρότερα παιδιά..ήμασταν χρήσιμα από νωρίς..λογιζόμασταν χέρια εργατικά...σε κάποιες μικροδουλειές, που φέρνανε βοήθεια πάντα εις τους γονείς μας..Κάναμε μια σειρά..και κουβαλούσαμε γελώντας και τραγουδώντας τα ξύλα αυτά τα όμορφα κομμένα μέσα στην αποθήκη..Εμύριζαν βουνό..ήταν δρυς..''μεσέδες'' τα έλεγε ο πατέρας μου..έχουν πολλά από αυτά τα δάση της πατρίδας μου...

Πιο πέρα ήταν η μηχανή που έβγαζε το κρασί..και η γιαγιά μου έτρεχε νωρίς νωρίς -νωρίς και μάζευε στο κανάτι της το μούστο από το στύψιμο των σταφυλιών..και μας έφτιαχνε τη μουσταλευριά.. γεμάτη με καρύδια και κανέλλα... έφτιαχνε πάντα κάθε κάθε Οκτώβρη τέτοια εποχή και όμορφο πετιμέζι...Έβραζε μέσα σε αυτό τα κολοκύθια τα κόκκινα τα μεγάλα που είχε από τον κήπο μας..τα νόστμα ''ρετσέλια''..Έτσι το λένε το γλυκό αυτό στη πατρίδα μου τη Θράκη..είναι ποντιακή περισσότερο η συνατγή αυτή...Και κάθε χρόνο εκεί στο τέλος του μήνα αυτού του Οκτώβρη έκανε πάντα και καλό καιρό..είχαμε πανηγύρι.

.Ήταν η εκκλησία του χωριού δίπλα σιμά στο σπίτι μου το πατρικό...Ο Αη- Δημήτρης έλεγε η νόνα μου είναι ο προστάτης για τούτο το αγροτικό χωριό...Κι η μάνα μου εχαμογέλαγε ήσυχα και καταλάβαινα πως ήξερε καλά..πως μόνο με τα χέρια της τα εργατικά..και που ήταν σαν μελίσσι που δεν κουράζεται και δε σταματά...θα κάνει προκοπή...και θα γίνει από μόνη της προστάτης των παιδιών της..


Μας έραβε και φουστανάκια με σιρίτια όμορφα λουλουδιαστά.. γιατί έλεγε τα κοριτσάκια της να 'ναι όμορφα και καθαρά..σε τούτο δω το γιορτάσι ..τούτο το πανηγύρι, που ελογίζονταν το μήνα αυτό σαν ένα άλλο Καλοκαίρι :

<< Άη Δημητράκη μου, μικρό καλοκαιράκι μου.>> μονολογούσε κι έλεγε συχνά..γιατί μετά μας μήναγε..μέσα όλοι τα κεφάλια...
πως θα στρωθούμε στο διάβασμα για το σχολειό..να δούμε προκοπή..γιατί δεν ήθελε μας έλεγε να μένουμε αγράμματα..το 'χε καημό μεγάλο, που αυτή επήγε μόνο στο Δημοτικό..και ήταν τόσο ανήσυχη και ήθελε να μαθαίνει και να ξέρει...
Ακόμα έχω τη λύρα μες στο νου...εκεί στο καφενείο του χωριού..αποβραδίς του Αη- Δημητριού...και τους χορούς που κάναμε τούτον εδώ το μήνα...

Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη..
..............................................................................................................

          
Τραγούδι: "Φινόπωρο"
Ποίηση: Κώστας Χατζόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Εκτέλεση: Διονύσης Τσακνής και Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου


Φθινόπωρο Δ. Τσακνης - Παιδικη Χορωδια Δημητρη Τυπαλδου 

..............................................................................................................

30 Σεπτεμβρίου 2016

…Με το φεγγάρι στα μαλλιά… της Στεφανίας Βελδεμίρη

…Με το φεγγάρι στα μαλλιά…

Ο Πρίγκιπας έβλεπε τη θλίψη της και σπάραζε η καρδιά του… Την ήθελε κοντά του, όμως δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από το Νησί και τις λεμονιές του. Δεν μπορούσε και να φανταστεί τη ζωή του χωρίς τη Χρυσάνθη.
Το καταλάβαινε πως νοσταλγούσε την πατρίδα της, τους δικούς της. Θα μπορούσε να τη βοηθήσει και όπως ήρθε, έτσι μέσα σε μια νύχτα να πάει πίσω στη μακρινή της χώρα. Φοβόταν όμως πως δεν θα γύριζε ποτέ πίσω…
Μια βραδιά με Πανσέληνο κατάφερε να κατεβάσει για χάρη της το φεγγάρι από τον Ουρανό. Κράτησε μια μοσχοβολιστή μακριά πλεξούδα της στα χέρια του και με μια χρυσή αλυσιδίτσα κατάφερε να της φορέσει στα μαλλιά το χρυσό στεφάνι του φεγγαριού…

Εκείνη απορροφημένη από το βιβλίο που της είχε δώσει εκείνο το απόγευμα, το Λεμονοδάσος χαμένη στις περιπέτειες μιας δύσκολης αγάπης, αλλά και στη μορφή της ηρωίδας του βιβλίου με το παράξενο όνομα Βίργκω, δεν είχε καταλάβει τίποτε μέχρι που ένιωσε τη λάμψη να πέφτει στις λέξεις.
Σήκωσε τα μάτια της και είδε τα μάτια του Πρίγκιπα φωτισμένα από το φεγγάρι. Δεν ήθελε να βρίσκεται πουθενά αλλού. Φόβος, πίκρα, θλίψη, νοσταλγία έφυγαν σαν ελαφρόπετρες σε γαλανό νερό…
Βρέθηκε σε εκείνη τη μαγική στιγμή που είχε διαβάσει κάπου: παρελθόν, παρόν και μέλλον διασταυρώνονται μέχρι που φτιάχνουν ένα φωτεινό σώμα, μια ηλιακτίδα, μια γραμμή από φως που πέφτει σε ένα μόνο σημείο της γης για μια και μοναδική στιγμή. Η ακτίδα αυτή είχε πέσει τώρα πάνω τους…


…Της έλεγε τραγούδια για το φεγγάρι :
Μαργαριταρένια μου, φεγγαρολουσμένη
Χάρτινο το φεγγαράκι
Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι
Θα πιω απόψε το φεγγάρι
Το φεγγάρι είναι κόκκινο
Με τα φεγγάρια χάνομαι

…Νύχτα ασημένια κι η κάθε μου η έννοια σ’ απόχη μεταξένια από ξανθά μαλλιά. Γλυκοχαράζει…

…Τραγούδια μέχρι την αυγή… Αγκαλιασμένοι με τη θάλασσα να βρέχει τα πόδια τους. Με το αβάσταχτο άρωμα των λεμονανθών να τους σκεπάζει. Αποκοιμήθηκαν…

Τα όνειρα τους ήταν τρυφερά. Εκείνος την είδε μικρή, όπως δεν την είχε γνωρίσει ποτέ παρά μόνο από τις περιγραφές του Κινέζου. Ένα κίτρινο περιστέρι ακουμπούσε απαλά στο χέρι της και ένα άλλο της έφερνε ένα αστέρι να δέσει στο λαιμό της. Ένα κίτρινο μισοφέγγαρο της γελούσε από τον ουρανό…

Η Χρυσάνθη είδε τους δυο τους πάνω σε ένα σύννεφο φτιαγμένο από νότες και μουσική σαν απαλό πουπουλένιο μαξιλάρι… Ήταν κι οι δυο μικρά παιδιά. Η Χρυσάνθη είχε απλώσει στους δυο πύργους του παλατιού τα ρούχα της και φορούσε κόκκινη μπλούζα και πράσινη φούστα. Ρούχα από ένα παραμύθι για φράουλες και φραουλόπουλα… Ρούχα που θα την έκαναν να κλάψει, αλλά στο όνειρό της δεν την ένοιαζε… Δίπλα στα ρούχα της έσταζε υγρό ένα μπλουτζίν του Πρίγκιπα και πιο κει ένα κίτρινο μισοφέγγαρο. Τα νερά από τα απλωμένα ρούχα και το φεγγάρι πότιζαν μερικές γλάστρες. Σύντομα ξεφύτρωσαν πολύχρωμα λουλούδια που άρχισαν να ανεβαίνουν στον ουρανό….

…Πίσω από τις μπανανιές ξεπρόβαλε το μελαγχολικό πρόσωπο του Κινέζου… Μόλις είδε τα πλατιά χαμόγελα των δυο κοιμισμένων φίλων του, η μελαγχολία έσβησε από το πρόσωπό του, λες και φάνηκε μέσα σε μια βαριά συννεφιασμένη μέρα ο πιο λαμπερός ήλιος…
Έπιασε απαλά με τα δάχτυλά του το αυτάκι της Αφροδίτης που είχε κρεμάσει στο λαιμό του με μια πετονιά, το φύσηξε απαλά κι ύστερα το φίλησε σαν φυλακτό. Πριν το εξαφανίσει κάτω από το λευκό του πουκάμισο, το φίλντισι από το κοχύλι έλαμψε από μια ακτίδα του ήλιου.
Η ακτίδα αυτή έφυγε από το κοχύλι και έπεσε απαλά πάνω στο πρόσωπο της Χρυσάνθης. Άνοιξε για λίγο τα μάτια της, είδε τον Πρίγκιπα ξαπλωμένο δίπλα της και κοιμήθηκε πάλι γαλήνια…
  της Στεφανίας Βελδεμίρη
..............................................................................................................

29 Σεπτεμβρίου 2016

Το γράμμα - της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Xρόνια μονάχη μου πορεύομουν μες στη ζωή..μονάχη μου εδιάβαινα ανάμεσα στο πλήθος...περιτριγυρισμένη απ' τα βιβλία μου...γλυκειά  η συντροφιά τους μες στα βράδια..Και ξαφνικά ήρθες εσύ.. πάλι με ένα μπουκέτο λόγια και στιχάκια μα και γράμματα..μου θύμισες πως ακόμα μου χρωστάει η ζωή..ή και πως της χρωστώ εγώ ακόμα..Θέλησα να κολλήσω μονομιάς τα τσακισμένα μου φτερά...γιατί η ζωή πολλά μου έδειξε..πολλά μου έφερε..μα και μου πήρε πίσω..Θα έρθω μου είπες μια βραδιά..κι ας είμαι σαν κι εσέ κι εγώ..κι ας είμαι τώρα ραγισμένος..μα θα έρθω..και θα σου χαρίσω μια καρδιά ατόφια ..γιατί η αγάπη σου όλα τα ραγίσματα μπορεί .. και είμαι σίγουρος.. για να τα συγκολλήσει..τα μάτια σου μου μίλησαν..με μάγεψε η καρδιά σου.

Είναι η αγάπη γιατρικό..για τις ραγισμένες τις καρδιές...βάνει φτερά στα πόδια...Κι ήταν οι λέξεις σου αυτές παρηγοριά..σε μια ψυχή που το ''σ' αγαπώ'' εποθούσε...Μα οι λέξεις είναι μπουκέτο ευάλωτο..σαν από γιασεμιά είναι φτιαγμένες..και δεν έχουνε για δέσιμο σφιχτό κορδόνι της καρδιάς..Τις παρασύρει γρήγορα ο άνεμος..και με το πρώτο φύσημα γίνονται αέρας που σκορπάει.. Βγαίνουνε απερίσκεπτα πολλές φορές..και δεν βουτούν τη γλώσσα τους μέσα εις το μελάνι της σοφίας..Μα έχουν ανάγκη οι άνθρωποι κάποια στιγμή..όσο κι αν τη ζωή τους το μαύρο έχει κατακλύσει..να ξεθάψουνε ένα γλυκό κομμάτι τους και να το καταθέσουν...αδυναμία ανθρώπινη και πως να την αγνοήσεις...

Τα λόγια τα μεγάλα είναι του χαραχτήρα τους..δεν κάθονται με ηρεμία να σκεφτούν..αν τα αντέχει η δική τους η ψυχή..που την κατέκτησε  πλέον το κατεστημένο..Θα ' ρθω μου έλεγες γλυκειά μου εσύ..θα 'ρθω μια μέρα να σε βρω...είμαι αλλιώτικος εγώ..δε μοιάζω με κανένα...Σου είπα εγώ.. που είμαι σοφότερη πως το κατεστημένο είναι θεριό που τις ζωές τις καταπίνει...Λίγοι οι τολμηροί και οι ανένταχτοι..λίγοι οι θιασώτες της αγάπης... Ξύπνησες τώρα ένα πρωινό..και κράτησες το κεφάλι σου ψηλά..όπως σε ορμήνευα στους κρύους σου Χειμώνες..

Με αγκάλιασαν τα λόγια σου..και ήτανε ζεστά..γιατί εγώ τα ζέσταινα με τη μεγάλη μου αγκαλιά.. και είναι όμορφο και τρυφερό να εισχωρείς βαθιά..μέσα εκεί στα ταξίδια του νου του αγαπημένου σου..και να ζεσταίνεις αν μπορείς τα παγωμένα όνειρά του..χωρίς καθόλου εσύ να προσπαθείς να τους αλλάξεις την πορεία..Τώρα γεράσαμε πολύ μου λες..παλιώσαν τα φτερά μας...μου φτάνει μου εμήνυσες να περπατώ πάνω στη γη..μέσα εκεί σε ένα κοτέτσι να ' μαι κόκορας..έστω και γερασμένος...το πέταγμα του αετού εμένα πια δε μου ταιριάζει..Μα είναι δύσκολη η πεζότητα ..σκληρή η καθημερινότητα σαν τα αυτιά σου οι μουσικές καθημερινά τα κατακλύζουν..βγαίνεις πετάς..αναζητάς ακόμα νοερά..ένα καινούριο σύμπαν..

 Το γράμμα - Σοφία Θεοδοσιάδη
.............................................................................................................

28 Σεπτεμβρίου 2016

..βάλσαμο στις ψυχές μας η συγχώρεση ..- της Σοφίας Θεοδοσιάδη

Zωγράφος : Catrin Welz Stein
Θεός δεν είσαι να μπορείς να δίνεις άφεση αμαρτιών...δεν ξέρω καν αν και Αυτός ακόμα μας τη δίνει...Ένα είναι πλέον βέβαιο μέσα μου.. καθώς τα χρόνια περπατούν επάνω μου...πως είναι λύτρωση τα ''σκιάχτρα'' της ψυχής σου να τα καις...Όχι για να τα τιμωρήσεις εκδικητικά..ούτε και για να πάρεις πίσω πια το αίμα το δικό  σου..Μα για τη δική σου λύτρωση..για να αλαφρώσεις την ψυχή σου απ' τα βαρίδια..για να ''σταλάξεις'' τη συγχώρεση.. επάνω στο θεριό που κρύβεις μέσα σου..που λέγεται μίσος..αγανάχτηση..εκδίκηση και σκοτωμός.. και στη θέση αυτή που οι κάμπιες της ψυχής σου εκατοικούσανε.. τώρα εσύ να τολμάς για να ''φυτέψεις'' πεταλούδες..πεταλούδες συγχώρεσης..και άφεσης αμαρτιών..δικές σου και των άλλων...Ποτέ κανείς στην ανθρωπότητα δεν κέρδισε..δεν ωφελήθηκε από την ρήση αυτή ..την εντολή : 
<< οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος>>..

γιατί αν με ευλάβεια την τηρούσανε αυτήν την εντολή..η μισή ανθρωπότητα ετούτη τη στιγμή ..θα εκυκλοφορούσανε τυφλοί οι ανθρώποι... Γιατί το ευκολότερο το πράγμα απ' όλα είναι η εκδίκηση...τι ευκολότερο να πάρω ένα μαστίγιο και απ' το πρωί ως το βράδυ..εκείνους που με πλήγωσαν ηθελημένα ή άθελα ..να μαστιγώνω..αληθινά...να γίνω βάρβαρος ή και πνευματικό μαστίγιο ..που είναι το χειρότερο και σαν ποτάμι παρασύρει και σε θάλασσα σε ξεβράζει και σε πνίγει...Και η συγχώρεση που είναι ένα βάλσαμο για την ίδια τη δική μας τη ψυχή..είναι ποτήρι δύσκολο για να το πιείς..μα όταν από αυτό την τελευταία τη  στάλα θα ρουφήξεις..θα αλαφρώσεις και θα ξαναγεννηθείς...

Μπορεί να μην το καταλαβαίνουνε οι άνθρωποι και να το θεωρούν υποτονικό...και αδύναμο και μειωτικό να υποχωρείς και να φτάνεις στη συγχώρεση..ακόμα και των ίδιων των εχθρών σου...Δε γίνεται να ζεις με τα σπασμένα τα κομμάτια σου που εφώλιασαν κάποια στιγμή στα μέσα σου..κι εγρατσουνίσανε τα σωθικά σου..Θα αιμορραγείς συνεχώς και ακατάπαυστα..και λίγο - λίγο θα βαδίζεις προς τη νέκρωση του πολύτιμου εαυτού σου...Ήρθαμε να τον περπατήσουμε τον κόσμο τούτο όμορφα σε όλα του τα καλά μα και τα δύσβατα τα μονοπάτια..

Ζωγράφος : Catrin Welz Stein



Δεν ξέρω και αναρωτιέμαι αν άξιζε τον κόπο να γνωρίσουμε την κακία το ψέμμα  και το μίσος..Μα είμαι σίγουρη πως άξιζε να γευτούμε τις καθημερινές μικροχαρές...τις απολαύσεις μια μικρής στιγμής ..μιας παγωμένης μπύρας..τη ματιά και το βλέμμα ενός έρωτα...το κλάμα ενός μωρού που πρωτοαντίκρυσε τον πολλά υποσχόμενο.. τούτον εδώ τον κόσμο τον ''πολύχρωμο''.. Πήγαμε όλοι σίγουρα πολλές φορές ως την πηγή.. μα και νερό δεν ήπιαμε συχνά της ανύψωσης που προσδοκούσαμε και χρόνια κυνηγούσαμε.. οργανώνοντας ο καθείς μοναχικά..και αποτινάζοντας το δυνατόν..το κυνήγι μαγισσών του..Μα εγευτήκαμε..δεν έχουμε παράπονο.. μια μελωδία ουράνια.. ξεχωριστή και μέσα της εβρήκαμε συχνά τον καθρέφτη της ψυχής μας..και εκαθρεφτιστήκαμε..εξαγνιστήκαμε..ήρθε η κάθαρση ..έστω και στιγμιαία...που δρα πολλές φορές και συσωρευτικά...

Όπως και να 'χει όμως μέσα μου εγώ...κάθε φορά που προσπαθώ να συγχωρώ..είναι σαν να αγοράζω γαλήνη σε ποσότητα πολύ - πολύ μεγάλη..όσο κι αν φαντάζει δύσκολη η συγχώρεση στα μάτια μου μπροστά...θέλει χιλιόμετρα πολλά να τρέχω κάθε βράδυ στην ψυχή μου...είναι ένα δύσκολο εγχείρημα..που όμως το τολμώ...

Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη.
.............................................................................................................

..πόσο να αντέξει η ψυχή.. να μείνει κολλημένη στο κορμί μου..- Της Σοφίας Θεοδοσιάδη

Πάλι κι απόψε μέσα εκεί στου πάρκου τις γωνιές..κάτω από τον έναστρο ουρανό..και με τους ήχους τους γλυκούς του Λουδοβίκου..πόσο να αντέξει η ψυχή.. να μείνει κολλημένη στο κορμί μου...Θέλησε να πετάξει και να ονειρευτεί...και κάπου εκεί στης φυσαρμόνικας τον ήχο του δεξιοτέχνη μουσικού...και στο άκουσμα της κιθάρας και της λύρας..και του φλάουτο..έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια μου ..τη μουσική  για να ρουφήξω..και ήρθες ξανά όπως παλιά και μου 'σφιξες το χέρι...Με κοίταξες κατάματα ..μου χαμογέλασες και μου 'κλεισες το μάτι συνομωτικά...Μα είχε ψύχρα απόψε στο δασσύλιο και ρίγησα και άνοιξα τα μάτια..όνειρο ήτανε ενός δευτερολέπτου της στιγμής..η παρουσία σου κοντά μου...Θυμάσαι τότε εκεί στην Κρήτη οι δυο μας από παλιά ?

Ήσουν ρομαντικός και μου το έκρυβες..φοβόσουνα να αφεθείς..σου έλεγε η μάνα σου..(έτσι μου έλεγες)..οι άντρες πρέπει να 'χουν στάση σοβαρή..να μην επηρεάζονται από φεγγάρια και αστέρια..Σε έκανε πολύ καλό παιδί..με πειθαρχία και με όνειρα πολλά .. που τα κυνήγησες και τα κατάφερες..μα δεν τα εκατάφερε στο βάθος μέσα της ψυχής.. εσένα να σε τιθασεύσει..Και ναι..μέσα σου ήσουνα ένα ευαίσθητο μικρό παιδί..που σιγοτραγουδούσε στα κρυφά...και με ρομαντισμό αντιμετώπιζε πολλές στιγμές της καθημερινότητάς του...Τι όμορφα που ένιωσα απόψε στην τόσο τρυφερή...γαλήνια και ρομαντική βραδιά..που πάλι εσένα είχα στο μυαλό μου!!!Είναι κάποιες απουσίες τόσο δυνατές..που γίνονται στο τέλος μέσα μας..όχι ανάμνηση παλιά..μα ολοζώντανες ..γλυκές και τρυφερές.. έντονες παρουσίες..που εκτοπίζουνε πολλές φορές ανθρώπους που έχουν ανάσα και κορμί..και που η ματιά τους δεν μιλάει μαζί μας...Πάντα έτσι θα μιλώ για σένα και για μένανε..όταν οι μελωδίες έρχονται και μου χαϊδεύουν το κεφάλι...

Κείμενο -Σοφία Θεοδοσιάδη.
.............................................................................................................




Λουδοβίκος Των Ανωγείων-Μέρυλ(Στις Λίμνες Των Ματιών Σου) 

.............................................................................................................