Απόψε άλλαξε και πάλι ρότα η σκέψη και πέταξε μακριά..
Ταξίδεψε ..αφέθηκε για μια στιγμή μονάχα.....
ύστερα ξύπνησε..κι είπε είναι όνειρο...δε γίνεται το όνειρο να γίνει δυο φορές...
Ξυπνάς
και μένει εκεί μες στα σεντόνια τα ζεστά..ξυπνάς και πάλι το πρωί..κι
είναι αγκαλιά το μαξιλάρι σου μαζί σου...Όχι εκείνο δε σε πρόδωσε
ποτέ..Είναι ο πιο πιστός ο εραστής σου...
όλη τη νύχτα σε αφουγκραζότανε..μέχρι και το ξημέρωμα και πάλι και ξανά το άλλο.. που θα έρθει βράδυ..
Θέλησα να τις βγάλω από το βιβλίο μου τις Πασχαλιές..μα ένα χέρι με σταμάτησε..
..άστες
μου λέει εκεί σε μια σελίδα του βιβλίου σου..μην τις ετσαλακώνεις με τα
χέρια σου ξανά..Έχουν ακόμη μυρωδιά..κι ας μοιάζουν αποξηραμένες εκεί
καλά σιδερωμένες..φυλαγμένες.Είναι ο χρόνος που τις αποξήρανε..μα ίσως και να
ανθίσουνε καινούριες πασχαλιές..θα φύγει ο Χειμώνας ο βαρύς ..θα
πλησιάσει Άνοιξη..και τότε θα ανθίσουνε ξανά...
Θα τις μυρίσω πριν να κοιμηθώ κι απόψε εγώ τις πασχαλιές μου....
Μεθυσμένοι επιβάτες λεωφορείου ξέφρενου..με φρένα και φτερά σπαραλιασμένα..Μεθυσμένη η πολιτεία και η χώρα που σε κατοικεί...ανεβασμένη σε μια στάση απρόσμενη..χωρίς πορεία και προορισμό..Σε μέθυσαν εσένανε κι εμένανε..''κόκκινα δυνατά κρασιά'' που σου σερβίρανε από αριστερά του τραπεζιού του φτωχικού..εκεί στο καπηλειό.. Το διψασμένο σου ''λαρύγγι'' δεν ελογάριασε τα ''οινοπνεύματα'' ούτε την καυστικότητα και τα μεθύσια τα τρελλά..Τα ρούφηξες όλα μονορούφι ..μονομιάς..κι εβρέθηκες τύφλα να γίνεις στα μεθύσια της ελπίδας και της προσμονής.
Μα σαν και όλα τα μεθύσια δεν κρατούν πολύ..ξεμέθυσες στα γρήγορα..ήδη καθώς ταξίδευες ..σε τούτο το χωρίς προορισμό..το ακυβέρνητο λεωφορείο..Δύσκολη που είναι η ακυβέρνητη και μεθυσμένη Πολιτεία !!!Κι αν θέλουμε..αν επιθυμούμε να ''κατέβουμε'' από το ξέφρενο τούτο λεωφορείο..δεν έχουμε άλλη επιλογή...ή θα ξεμεθύσουμε εντελώς και θα φρενάρουμε την πορεία του..ή θα το ρίξουμε στα βράχια και ο σώζων εαυτόν πλέον σωθήτω..όλα βρίσκονται εντός μας..και τα αίτια..και τα αιτιατά των ''σπασμένων φρένων'' τούτου του λεωφορείου..όλοι ..μα όλοι είμαστε γρανάζια του..όλοι μα όλοι έχουμε συμβάλλει στην καταστροφή του..άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο..
Είναι θαρρώ η ώρα της ατομικής ευθύνης του καθενός μας..χωρίς μεγάλες και βαρύγδουπες κουβέντες.. που μας πασάρουν και θα ακουστούν..ακόμα και τώρα..σε λίγες μέρες των εορτασμών και των πανηγύρεων της ''μεθυσμένης'' από άγνοια.. ανία..ατομικισμό και αδιαφορία των ιθυνόντων μα και πλήθος πολιτών τούτης χώρας.. Αν αποφασίσατε να ''ξεμεθύσετε'' κι εσείς μαζί μ' εμένα..και να ξυπνήσετε νηφάλιοι το πρωί..ψάχτε..ρίξτε μια ματιά στο υπέροχο βιβλίο του Σωτήρη Πατατζή << Μεθυσμένη Πολιτεία >> και θα νιώσετε..θα καταλάβετε..πως μεθούν οι πολιτείες και πως αυτοκαταστρέφονται..Ναι δε λέω..το γκρίζο σκόρπισε και έβαψε τα γύρω μας..άνθρωποι σέρνονται σωστά ερείπια στους κάδους ..στις γωνιές...μα ...είναι ώρα αυτογνωσίας..περισυλλογής..ώρα αφύπνισης από τούτο το άγριο και καταστροφικό μεθύσι.. που μας ποτίσανε και μας βυθίζει καθημερινά...Μια τόση δα περίληψη σας θυμίζω μοναχά :
<< Σε μια μικρήν επαρχιακή πόλη της Ελλάδας, καταφθάνει άξαφνα ένας
περιπλανώμενος θίασος που αποτελείται από ανθρώπους λίγο ή πολύ
αποτυχημένους. Ανάμεσά τους είναι και μια νέα, πολύ ωραία, που γρήγορα
αναστατώνει όλους τους ανθρώπους της μικρής εκείνης πολιτείας, φουντώνει
τα πάθη, ξυπνάει χίλιες δυό απωθημένες επιθυμίες, ζωντανεύει τα όνειρα
και, γενικά, δίνει σε όλους την ευκαιρία να γνωρίσουν καλά τον εαυτό
τους ή το διπλανό τους και να συνειδητοποιήσουν τη φθορά τους, τη
μοναξιά τους και τη λαχτάρα τους για μια ζωή καλύτερη, ενώ ταυτόχρονα
αποκτούν και τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος έχει σωριαστεί σ' ερείπια γύρω
τους, ότι δεν υπάρχουν πια περιθώρια αναστήλωσης, ότι «χαμαί πέσαι
δαίδαλος αυλά...». Όλα αυτά, δοσμένα άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με πικρό
σαρκασμό και άλλοτε με διάθεση ποιητική κι ονειρική, κάνουν πραγματικά
τη «Μεθυσμένη Πολιτεία» ένα «από τα ωραιότερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ
για την καθημερινή ζωή μιας μικρής πολιτείας», όπως, πολύ σωστά,
σημειώνει ο Γάλλος εκδότης της.>> (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΥ) ..............................................................................................................
Μεθυσμένη πολιτεία, με σημάδεψες βαθιά
είχα κάποτε μια αγάπη και την πήρε η συννεφιά
μες την έρημη πλατεία τ’ όνειρό μου το παλιό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.
Μεθυσμένη πολιτεία, μια κορνίζα αδειανή,
μια λατέρνα είν’ η ζωή μου με ξεκούρδιστη φωνή.
Πάνε κι έρχονται σαν πλοία οι αναμνήσεις στον καιρό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.
Μεθυσμένη πολιτεία κάποιας άλλης εποχής,
σε γυρεύω στο τραγούδι της βροχής
μια παλιά φωτογραφία στο συρτάρι το κλειστό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.
Μεθυσμένη πολιτεία, με σημάδεψες βαθιά
είχα κάποτε μια αγάπη και την πήρε η συννεφιά
μες την έρημη πλατεία τ’ όνειρό μου το παλιό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.
Μεθυσμένη πολιτεία κάποιας άλλης εποχής,
σε γυρεύω στο τραγούδι της βροχής
μια παλιά φωτογραφία στο συρτάρι το κλειστό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.
Μεθυσμένη πολιτεία, με σημάδεψες βαθιά
είχα κάποτε μια αγάπη και την πήρε η συννεφιά
μες την έρημη πλατεία τ’ όνειρό μου το παλιό
μεθυσμένη πολιτεία σ’ αγαπώ.
Θυμάσαι που σου’λεγα : όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι .
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε . Ενα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι’έβρεχε αλήθεια πολύ κι’ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μιά λεπτήν ακαθόριση χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι’οι άνθρωποι τόσο λημονησμένοι
-Γιατί μας άφησαν όλοι ; Γιατί μας άφησαν όλοι ; Κι’έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’αλλόκοτο η κραυγή μου .
… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα , τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ανεμίζονται .
Ισως δε μένει τίποτ’άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε .
Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο . Γιατί .
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και προσμένω απάντηση.
Κανείς δεν θ’αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου . Κι’εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται :
Μιά μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι’ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια , τα χαμένα φτερά . -Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…» ..............................................................................................................
Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Ένα καράβι παλιό σαπιοκάραβο
Τούτος ο τόπος που μας γέννησε..μας έθρεψε και μας μεγάλωσε..είχε χαρές πολλέ κρυμμένες μες στα σπλάχνα του..και καρτερούσε πάντοτε για να μας τις χαρίσει..Από τα παλιά..απ' τα μικράτα μου..πάντα τα μάτια ήθελα να τα γυρνάω αλλού..να αλλαξοστρατώ..να φεύγω απ' τα συνηθισμένα και τα καθημερινά..να κάνω πάντα εγώ του κεφαλιού μου..Το σπίτι μου δέκα βήματα ..δέκα μονάχα βήματα..από την εκκλησία του χωριού..μα δεν εκίναγα ποτέ σχεδόν τις Κυριακές..να πάω δίπλα να λειτουργηθώ..Μαζεύονταν ο κόσμος όλος από το πρωί..στο πρώτο κιόλας χτύπημα..σαν άκουγαν καμπάνας..Ημέρα σκόλης πάντα η Κυριακή..εβάζαν τα καλά τους..Μια ανάσα για να πάρουνε από τον κάματο όλης της εβδομάδας..Να βάλουν ένα ρούχο καθαρό..να νιώσουνε ανθρώποι..Να βγάλουνε τα ρούχα τα λερά..να καθαρίσουνε το σώμα τους μαζί και την ψυχή τους..Με μάλωνε πολλές φορές η μάνα μου..μα αποτέλεσμα δεν είχε..
Πρωί -πρωί..αφού δεν πήγαινα σχολειό τις Κυριακές..και από το Σάββατο το διάβασμα εφρόντιζα για την καινούρια εβδομάδα να τελειώσω..έπαιρνα εκείνο το αγαπημένο μου..το γνώριμο στρατί.. εκείνο πίσω από το σπίτι μου..και με τους φίλους μου τους λιγοστούς..για τη βάλτα ετραβούσα.. Εκεί στο τούμπι.. στην πλαγιά..είχαμε χτίσει πολιτεία..Δική μας πολιτεία παιδική..που δεν της έλειπε τίποτα από τις αληθινές τις πολιτείες..Σπιτάκια άσπρα και δρομάκια αστραφτερά όλα με πέτρες καμωμένα..Αρχαία δεν είχε το χωριό μου εκείνο το μικρό..μα είχε κάποτε παλιά υφαντουργεία..Βρίσκαμε απομεινάρια από ξύλα και αργαλειούς.. σίδερα πεταμένα στα χωράφια.. Τα στήναμε και''υφαίναμε'' στα ψεύτικα..μα τόσο αληθινά στης φαντασίας μας τα μονοπάτια.. έχουνε μεγάλη φαντασία τα παιδιά και τι θαρρείς..χωρίς να το καταλαβαίνουνε.. ψάχνουνε τις ρίζες τους..λύνουν συχνά τις απορίες..ονομάτων και συνηθειών..ολόκληρης ζωής...
Γινόντουσαν ευχάριστες οι Κυριακές..σε κείνο το μικρό το χωριουδάκι..κι ας μην ευλόγαγε ο παπάς τη δούλεψη.. που τα παιδιά επροσπαθούσαν..Είχαμε την ευλογία του Θεού ,που από ψηλά μας εκοιτούσε..Εικόνες γέμιζαν τα μάτια μας απ' το παιχνίδι μας αυτό..και γέλια απ' τις κοπέλες που ''ύφαιναν'' τα αυτιά μας..Γέμιζε ο κάμπος κοπελιές χαρούμενες..της φαντασίας μας κορίτσια..που τα προικιά τους ύφαιναν για τους γαμπρούς και ετοιμάζαν..Κι εκεί.. πριν από το μεσημεριανό μας φαγητό..που η μάνα μας καλούσε..μαζεύαμε βατόμουρα και κολατσίζαμε..έτσι να το γιορτάσουμε..που άλλη μια Κυριακή..γυρίσαμε στις ρίζες που μας φύτεψαν σε τούτο το χωριό.. Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη. .............................................................................................................
Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό
Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ουρανό!
<< Η καλοσύνη δεν είναι μόνο αρετή, είναι και εξυπνάδα >> Κι εκείνο το αδιανόητο : << Γύρισε και το άλλο μάγουλο άμα σε χαστουκίζουν >> είναι αποτελεσματικό από το να εκδικείσαι και να ανταποδίδεις..
Όπως ζούμε ,έτσι καταλήγουμε.Η αυλαία του έργου μας βρίσκει απελπισμένους ,χαώδεις και μισότρελους,σαν το Βασιλιά Ληρ,όταν στο τέλος του τρομερού σαιξπηρικού έργου ,χαμένος από τη δόξα και την κολακεία που πόθησε ,παράδερνε στην καταιγίδα και στη νύχτα του νου του ,σαν κουρελής ,μουσκεμένος ,τρελός ζητιάνος¨με ανακατωμένα τα λευκά μαλλιά, τα γένια και τα μάτια διάπλατα να κοιτούν επιτέλους την αλήθεια,αλλά ως θύελλα.
Η Κορδέλια της σωφροσύνης δεν κατάφερε εγκαίρως να τον πείσει τι είναι η αγάπη η αληθινή,η αγάπη η ανιδιοτελής.Ένας ματαιόδοξος ,ένας ιδιοτελής πως να είναι σε θέση να παραδεχθεί την αγνότητα του άλλου,ακόμη και του ίδιου του παιδιού του ? Η ματαίωση,η απόρριψη,η αποτυχία,η απώλεια για τον εγωιστή είναι καταστάσεις ανυπόφορες,τσακίζουν τα νεύρα ,τον γελοιοποιούν,τον αρρωσταίνουν ,τον κακιώνουν.Δύσκολα θα δεχτεί πως οι στόχοι του της αλαζονείας είναι ανεπίτευκτοι.
Μέσα σε ιερά κείμενα και σε πνευματικά λογοτεχνικά ,κυρίως ρωσικά,βιβλία κυκλοφορεί η παρατήρηση πως η αμαρτία είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς την αγιότητα.Ναι,για εκείνους που επιθυμούν την αγιότητα,που συναισθάνονται τον πόνο και την ασχήμια της αμαρτίας τους και τη μισούν. << Κανείς δεν αλλάζει αν δεν μισεί εκείνο που πρέπει να αλλάξει μέσα του >> μου έλεγε ένας μυαλωμένος φίλος. Να το μισεί !... Ούτε ψυχοθεραπεία ,ούτε πνευματικός,ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν μπορεί να σε βοηθήσει να γιατρευτείς αλλιώς.
Μάρω Βαμβουνάκη
(από το Χορό των Μεταμφιεσμένων ) Επιμέλεια κειμένου : Σοφία Θεοδοσιάδη. ...........................................................................................................
Η παράδοσή μας σοφή...μας οδηγεί σε όμορφα ..δυνατά συμπεράσματα...μπορεί να μην είχε τον επιστημονικό τρόπο να καταγράψει ένα φαινόμενο..μα είχε τη γνώση να το δει... Που οδηγεί η απώλεια της ταπεινότητας... Από την ιδιαίτερη πατρίδα μου τη Θράκη το παρακάτω σοφό τραγούδι.... η φίλη σας Σοφία....
Φθινοπωριάτικο απομεσήμερο..κι ο ήλιος κάνει συντροφιά ..στο τραπεζάκι μας.. σαν ''γέρικα σκαριά'' οι αναμνήσεις μας..που από πάνω τους περάσανε χαρές...που αποθηκεύτηκαν προσεχτικά μες στο σκληρό μας δίσκο..Μιλάμε ..θυμόμαστε ασταμάτητα..μες στην Πλατεία του Συντάγματος..σε ένα τόσο δα μικρούλη τραπεζάκι..απλώσαμε και πάλι την πραμάτεια μας... Φθινοπωρινή μέρα και σήμερα ..κι ανέσυρα αβίαστα από το ντουλαπάκι μου της μνήμης..στιγμές μου παιδικές, εκεί στην εξοχή, όπου μεγάλωσα....
'Ομορφα χρόνια!!
Ένας αξέχαστος ..μοναδικός παππούς..ο γλυκούλης μου ο πάππος μου.. είχε φτιάξει ένα σπιτάκι από καλαμιές μέσα στο αμπέλι μας να συγκεντρώνουμε εκεί κάθε Φθινόπωρο.. τη Χειμωνιάτικη που θα μας χρειαστεί σοδειά..Κι έτσι.. αυτή την εποχή.. που τα φύλλα από την μεγάλη ακακία μας.. που
είχανε στρωθεί σαν ένα κίτρινο χαλί μες στην αυλή μας.. εμείς μαζεύαμε καρπούς από τα δέντρα τα δικά μας.. Τα μήλα, τα κυδώνια, τα αχλάδια και τα
καρύδια που τα στεγνώναμε στις στέγες των σπιτιών.. αποθηκεύονταν στο υπόγειο κελάρι μας..του δίπατου σπιτιού..που λειτουργούσε από μόνο του σαν
φυσικό ψυγείο!!!
Μα και τι να πρωτοθυμηθώ από πριν..από το Καλοκαίρι που επέρναγε.. που συγκεντρώναμε το καλαμπόκι μας και
όλη η γειτονιά μαζεμένη εκεί τα βράδυα, το καθαρίζανε και φτιάχνανε
πλεξούδες!!! Τις μαρμελάδες, απο τα ροδάκινα και τα δαμάσκηνα της νόνας μου!!! Τις
σάλτσες από τις ώριμες και τις λαχταριστές ...ξεχωριστής μοσχοβολιάς ντομάτες του ''μπαχτσέ'' μας!!! Ετοιμασίες για
το χειμώνα..ένας ''οργασμός'' που η εποχή τον συνιστούσε..γιατί ο Χειμώνας στα μέρη μου ήταν πολύ βαρύς..και ήταν τα στόματα πολλά της οικογενείας μου ..που έπρεπε να τραφούν..
Εφτά νοματαίοι άνθρωποι καθόμασταν γύρω από το σοφρά ..το ευλογημένο μας τραπέζι..Χώρια και τα ξαδέλφια και οι γειτόνοι μας όταν έρχονταν απρόσκλητοι..να μη γευθούνε μια μπουκιά..απ' τα καλούδια της γιαγιάς μου ? Μοιάζουνε για παραμύθι αυτά όταν τα κουβεντιάζεις ..κι όταν τα συζητάς..καταμεσίς της Πλατείας μιας Πρωτεύουσας..που άλλους ρυθμούς ζωής παρέχει.. Και αναπολώ ..και χαίρομαι..που είδαν τα μάτια μου αληθινές σκηνές ζωής..ανθρώπων γνήσιων ιστορίες..Είναι οι αναμνήσεις μου..που αράξανε στο '' μέσα'' μου ..σαν τα παλιά σκαριά.. Είναι η ζωή η δική μου αυτή η παιδική και το δικό μου παραμύθι..!!!!!!!!! Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη.. .............................................................................................................