7 Μαρτίου 2016

Η γυναίκα του Μαλή - Ζαχαρία Παπαντωνίου..





[…] «Η μαύρη η γυναίκα μου. Πέθανε πέρσι τέτοιον καιρό. Μα δεν ήταν σαν όλες! Ήταν γυναίκα, που λες, η Βάντα! Τι να στα λέω. Δεν είμαστε παντρεμένοι επτά μήνες που ο σατανάς ο αφορεσμένος τώβαλε να κάμω το φόνο και να πάρω τα βουνά. Φυγοδίκησα. Άφηνα μια γυναίκα πίσω μου, την ίδια για το σπίτι, για το χωράφι, για τα πρόβατα, για το παιδί που θάκανα σε δύο μήνες. Και τάβγαλε πέρα η άραχλη! Κόπηκε, που λες, χίλια κομμάτια, και το σπίτι έβγαζε καπνό, και το χωράφι καλαμπόκι, και τα πρόβατα βόσκαγαν, και το παιδί τραγουδιώτανε στην κούνια. Αυτά, θα πεις: Αυτά είναι μικρά πράγματα. Το μεγάλο είναι τούτο. Τ’ αποσπάσματα έμπαιναν στο σπίτι, έχυναν τ’ αλεύρι, φοβέριζαν το παιδί, έκαναν κατάλυμα, βάζανε μαχαίρι στο κοτέτσι. Η γυναίκα στέκονταν βράχος. Τώρα τους έβριζε, ύστερα τους ξεγέλαγε, τους ξανάβριζε, τους έπαιρνε με το καλό.

Μια φορά είχα κατεβεί τη νύχτα στο σπίτι μου και το πρωί με πήραν μυρωδιά οι χωροφυλάκοι. Ως που να στρίψω σε δυο τρία σπίτια, πέντε τουφεκιές από πίσω μου. Τη γλύτωσα. Οι σταυρωτήδες από κοντά μου, αλλά του κάκου. Μ’ έχασαν. Ένας χωροφύλακας σε λίγη ώρα με πετυχαίνει κοντά στη βρύση. Σηκώνει το όπλο. Η γυναίκα μου του πιάνει τα χέρια, τον κυλάει κάτω, αρχίζει το πάλεμα. Ως να παλέψει ο χωροφύλακας το θηλυκό, επήρα καιρό και χάθηκα στα πλατάνια. Έμαθα ύστερα πως η Βάντα του πήρε το όπλο, κι εκείνος πάει στο Στρατοδικείο. Δεκαπέντε χρόνια αυτή ήταν η ζωή μου. Η γυναίκα μου να παλέβει με τ’ αποσπάσματα, να δέρνεται, να δέρνει, να της χύνουν το καλαμπόκι, κι αυτή να το μαζεύει σπυρί με σπυρί. Αυτό το θηλυκό το κοντούλικο -μια χαψιά ήτανε- μέσα σ’ αυτό το χαροπάλεμα4 έσκαβε το χωράφι, βοσκούσε τα πρόβατα, αλώνιζε, κρατούσε το σπίτι, μεγάλωνε τα παιδιά μας, γιατί εφτά τάκαμεν όλα.

Τέλειωσεν αυτή η ζωή. Με λάβωσαν, παρουσιάστηκε, μ’ έρριξαν σε μια φυλακή πέντε μέρες μακριά απ’ το χωριό. Μια μέρα κοιτάζοντας τα βουνά απ’ το παραθύρι της φυλακής βλέπω από κάτου άξαφνα τη γυναίκα μου.
-Σ’ είσαι, ορή Βάντα:
-Ναι.
-Μοναχή, ορή:

Δεν ήταν μοναχή. Ήρθε με τα πόδια, πέντε μέρες δρόμο, σέρνοντας τα εφτά παιδιά, το μουλάρι και το βόϊδι. Το σπίτι μας, καταλαβαίνεις, τ’ άνοιξε κοντά στη φυλακή. Επούλησε το μουλάρι και πήρε το μαγαζί της φυλακής. Έβαλε την ποδιά, έγινε μαγαζάτορας. Κατάφερε να πάρει στη φυλακή ελεύθερο το έμπα και το έβγα. Μαγέρευε για τους φυλακισμένους και για τους στρατιώτες. Έπλενε τα σκουτιά τους. Τα παιδιά μας τα σκόρπισε δουλευτάδες στη χώρα, άλλα τα κράτησε μέσα στο μαγαζί. Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της -αυτή η δουλειά έφερνε λεφτά- που εστράβωσε τη φρουρά, δεν την έπαιρνε κανείς χαμπάρι. Δεν ήταν πράμα που δεν τώκανε για να μη μας λείψει το ψωμί. Είχα το σπίτι μου απ’ όξω απ’ τη φυλακή, έβλεπα τον καπνό του σπιτιού μου, τζάκι δικό μου, νοικοκυριό! Δεκατρία χρόνια τούτη η δουλειά. Στα δεκατρία ήρθε κι έλιωσε. Δούλεψε, δούλεψε, μα στο στρώμα δεν έπεφτε. Τις μέρες που κόντεβα να βγω, μια νύχτα κρύα, μπήκε τέλος ο Χάρος μέσ’ το μαγαζί, και την ήβρε που έπλενε. Έπεσε μεσ’ στη σκάφη…»

Ο Μαλής ξανατράβηξε βαθειά τη σκαλισμένη πίπα.
-Πολλές φορές, είπε, ο άντρας είναι άντρας, γιατί τον κάνει τέτοιον μια γυναίκα, μια τόση δα γυναίκα, που δεν την παίρνεις για μισό μερδικό. Εγώ τώρα, καθώς καταλαβαίνω, δεν είμαι για να φάω γλυκό ψωμί. Με τραβάει το βουνό. Δεκαπέντε χρόνια το τήραγα απ’ το παραθύρι της φυλακής… Βρε μου καμμιά δουλειά.

-Σαν τι δουλειά; Να σε βάλω σε καμμιά πόρτα; Να φυλάς τίποτα υλικά…
-Ορέ αυτά είναι καμπίσια πράματα, πού είμαι γω για τέτοια! Βάλε με σε τίποτα αμπέλια δραγάτη  να γλέπω και τα βουνά. Σπίτι δε μου πάει τώρα, μόνο σε δραγατσιά μπορώ να ξανασάνω λίγο. Άιντε ορή Βάντα, κατακαϋμένη Βάντα, να φαινόσουν από καμμιά μεριά!

 Η γυναίκα του Μαλή (απόσπασμα)/
(Από τη συλλογή διηγημάτων, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1927)
......................................................................................................................................................................
Γιατί η φύση μ' έπλασε γυναίκα...της Σοφίας Θεοδοσιάδη.

Έτσι μ'αρέσει να μιλώ για το φύλο μου...για τον άνθρωπο - γυναίκα...μέσα από τα μάτια των αντρών...Έτσι ...να μη μεροληπτώ...γυναίκα εγώ...να μην πανηγυρίζω έμαθα για την παγκόσμια που ορίσθη...γιατί ή φύση μ'έπλασε γυναίκα...Μα αν μου επιτρέπεται τη λέξη '''πανηγύρι'''να τη χρησιμοποιώ...σε άλλη βάση αυτό το πανηγύρι μου θα θέσω... 
Είναι φορές που μες στο νου μου έρχονται και τριγυρνούν και κάθονται...σκέψεις αντρών που εγνώρισα και εσυναστράφηκα..και αγάπησα και εδιδάχτηκα...από αυτούς...κι έτσι εβαπτίστηκα από αυτούς γυναίκα τι σημαίνει να κατέχω...να με λέω... 
Άκουσα λόγια αληθινά...λόγια καρδιάς...χωρίς τα καρικεύματα...που πλανεύουν και σε ξεγελούν...
Ήταν τα λόγια του πατέρα μου...τα λόγια του καθηγητή μου...τα λόγια του συντρόφου μου...τα λόγια των φίλων μου...και μέσα από τα μάτια τα δικά τους...κατάλαβα καλά ...γυναίκα νάσαι τι σημaίνει...
έτσι και σήμερα ξανά αυτή τη μέρα που θα θέλαμε πολλές να θυμηθούμε ίσως ...την καρδιά μας να ζεστάνουμε...και στον αγώνα μας ...τον αγώνα της ζωής απερίσπαστες να συνεχίσουμε..να ριχτούμε...μες στα αυτιά σας και στα μάτια σας μπροστά...λίγους μονάχα στίχους από τα λόγια του αγαπημένου φίλου μας Νικόλα ας θυμηθούμε :
   Σκέψεις - Σοφία Θεοδοσιάδη.                                                                                                             









Κι ένα ελάχιστο μικρό απόσπασμα από τον αγαπητό και λατρεμένο από τις διδασκαλίες του καθηγητή μου...αξέχαστο  για πάντα Λιαντίνη : 

Βιολί στραντιβάριους είναι της γυναίκας το σώμα. Λουδοβίκος Μπετόβεν είναι ο βιολιστής του. Και η πράξη του έρωτα, το μουσικό γινόμενο που ακούγεται, είναι η Σονάτα Kreutzer. Η ενάτη σονάτα. Ιδές που η νύχτα πηχτή γκρεμίζεται σε καταρράχτες άστρων.

( Δ. Λιαντίνης '''''Γκέμμα'''' ).

........................................................................................................................................................................ 
 

Μίσος φυτεύεις στις καρδιές.....της Σοφίας Θεοδοσιάδη.







 Ποιός άραγε ποτέ...παιδαγωγός και κυβερνήτης..και γιατρός..πολίτης ή και κάθε υπεύθυνος...θάχει τη δύναμη να σβήσει από τη μνήμη ενός παιδιού...εικόνες αγριμιού να μοιάζει.. του κυνηγημένου απ' τη ζωή ?

Και τώρα που βολεύτηκες και ούτε που το εκατάλαβες ,πως το μέσα σου δεν επροφύλαξες ,στο σάπισμα παρέδωσες και την ψυχή...σήμερα εσύ ναυάγησες και έθαψες βαθιά μέσα στο βυθό της θάλασσας φεγγάρια που ονειρεύτηκαν παιδιά...τον κόσμο για να αλλάξουν....
Σήμερα πάλι εκεί θα τριγυρνάς και θα μετράς όνειρα βυθισμένα ...μα νούμερο στα ονείρατα αυτά ..τα καραβοτσακισμένα που εσύ εβύθισες ...νούμερο και αριθμό δε θάβρεις για να βάλεις...
Άνθρωπε φιλοσόφησε ...τον ανεξέλεγκτο θυμό σου εσύ τιθάσευσε ...
Αν θάρρησες...αν νόμισες...πως εβολέυτηκες ...ζήσε να το απολαύσεις και στο δικό σου το καράβι μόνο να κοιτάς ,μέσα από τα ναυάγια δύναμη να μην παίρνεις..
Μια βόλτα είναι μονναχά η ζωή και σκέψου άλλη μια φορά...το μίσος που εφύτευσες εις το βυθό ...γρήγορα θα ριζώσει ...θα φυτρώσει...κορράλια δάσος θα γενεί...και άλλα επαναστατημένα όνειρα μπροστά σου θα φυτέψει...και δεν θα πάψεις έτσι σου ποτέ να πολεμάς....

Εσείς τρανοί του κόσμου ..με τη δύναμη και τις στολές τις αλεξίσφαιρες...νάξερα ποιόν στ' αλήθεια κυνηγάτε ?
Μήπως αυτήν την ανημπόρια σας.. τον κόσμο που δεν κατορθώσατε να τον μοιράσετε σωστά...γιατί θαρρείτε τα καρβέλια σας..πως είν' λειψά ή σάμπως αυτά δε σας αρέσαν...και στους σκύλους τα πετάξατε...μη τάχα και τα βρουν παιδιά...και δυναμώσουν...και ο δρόμος τους ίσια και κατεπάνω σας.. ίσια σε σας τα φέρει ?
Μα είτε δυναμωμένα ..είτε αδύναμα σε σας μπροστά θε να σταθούν...ίσως και τότε νάναι αργά για τη ''μεγαλοσύνη'' σας την επιτηδευμένη ,άλλη πορεία να χαράξετε και πέρα να διαβείτε...
Και τότε τι θα τολμήσετε, πώς απ' την άγρια ορμή τους θα μπορέσετε...θα κατορθώσετε εσείς για να κρυφτείτε ?

Μίσος φυτεύετε βαθιά...και ρίζες και κλωνάρια αυτό θα βγάλει...
Θα σας περιτυλίξει ασφυχτικά...γιατί και πάντα να θυμάστε...πως ο κισσός ασφυχτικά και βίαια το δέντρο το τυλίγει...και από τη δική του τη δροσιά θρέφεται εκεί και μεγαλώνει...
Θα σ'έβρει όπου και να πας...και κυκλικά θα σε τυλίξει....το μίσος που εσκόρπισες και φύτεψες...μες στις καρδιές τις παιδικές....που μπόρεσες και '''ξήλωσες'''απ' τα κωνάκια τους τα φτωχικά ...μα τα ζεστά...και έδωσες κατάλυμα τάχα εσύ ..συμπόνοιας ...μεγαλοψυχίας και λύπησης...την ατιμία ..που εις βάρος τους την έπραξες...προσπαθώντας.. με λουστρίνι γιατροσόφια και ημίμετρα ...τάχα εσύ να τα γιατρέψεις...
Σοφία Θεοδοσιάδη.
.........................................................................................................................................................................
 

6 Μαρτίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

 

 

 

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή
σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά -- κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μεσ’ από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Τό χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σου φορώ
Το λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα’ ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα – ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας καί, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μιά για πάντα το κόψαμε
Και δέν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει τό χώμα , δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μές στή μέση της θάλασσας
Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά καί ποιος κλαίει – ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει – ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ μ’ ακούς.

[Οδ. Ελύτης, Το Μονόγραμμα, Ίκαρος Αθήνα, 2008, σ.17-19]
...................................................................................................................................................................



Καρυοφυλλιά Καραμπέτη - Το Μονόγραμμα 

..................................................................................

-Τίτος Πατρίκιος, «Οφειλή»








 «Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες
είναι σαν να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.»


(από τη συλλογή Μαθητεία, που περιέχει ποιήματα της περιόδου 1952-1962.)
......................................................................................................................................................................

5 Μαρτίου 2016

"Απεχθάνομαι τη φιλανθρωπία, γιατί είναι προσβλητική" - Μελίνα Μερκούρη.




"Απεχθάνομαι τη φιλανθρωπία, γιατί είναι προσβλητική" δήλωσε το Φεβρουάριο του 1965 η Μελίνα Μερκούρη και ξεσήκωσε διαμαρτυρίες από "ογκόλιθους" της εγχώριας σόου μπιζ της εποχής - και συνεργάτες της χούντας λίγα χρόνια αργότερα - όπως ο σκηνοθέτης Τζέιμς Πάρις. Αυτό διαβάζουμε σε ρεπορτάζ της εβδομαδιαίας εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ στις 20 Φεβρουαρίου 1965.

Στην πραγματικότητα, η δήλωση δεν ήταν τόσο αφοριστική, όσο κατ' αρχήν ακούγεται. Επρόκειτο για αιχμηρή απάντηση της μεγάλης μας ηθοποιού και σπουδαίας Ελληνίδας σε αντίστοιχα αιχμηρό δημοσίευμα καθημερινής εφημερίδας, η οποία σχολίαζε τον τρόπο που η Μελίνα ... διασκέδαζε κατά τις νυχτερινές της εξόδους: "θα μπορούσε η κυρία αυτή να σπάζει πιο λίγα πιάτα, όταν γλεντάει, και τα λεφτά της να τα διαθέτει σε αγαθοεργίες, που ασφαλώς θα έχει πλήθος να της υποδείξει ο βουλευτής πατέρας της" έγραφε ο δημοσιογράφος. Και η πλήρης απάντηση της Μελίνας; "Απεχθάνομαι τη φιλανθρωπία, γιατί είναι προσβλητική. Δεν ανέχομαι ούτε τη λέξη. Δεν εννοώ (= καταλαβαίνω) πώς είναι δυνατό μια μερίδα ανθρώπων να εξαρτάται από τα χρήματά μου για να ζήσει. Φυσικά είμαι υποχρεωμένη να κάνω ευτυχισμένους ορισμένους ανθρώπους με τα δικά μου μέσα. Για φιλανθρωπία ούτε συζήτηση. Τους άλλους θέλω να τους αισθάνομαι σαν φίλους μου και ποτέ σαν δούλους. Εκείνος που οφείλει να επουλώνει τις πληγές του λαού είναι το Κράτος και όχι εγώ".
Ο σκηνοθέτης Τζέιμς Πάρις ξεσπάθωσε κατά της ηθοποιού, στην οποία απέστειλε επιθετική επιστολή υπενθυμίζοντας της ότι τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο του Χόλιγουντ συντηρούνται από τις χρηματικές εισφορές των ηθοποιών και της ζητούσε να απαντήσει. Η μη απάντηση της Μελίνας εξαγρίωσε το σκηνοθέτη που σχολίασε "Η όλη υπόθεση θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: Και εκείνη δεν απάντησε" αδιαφορώντας προφανώς για το ότι η Μελίνα Μερκούρη απουσίαζε εκείνο το διάστημα στο εξωτερικό. Μεταξύ των σκανδαλισθέντων από τη δήλωση της ηθοποιού "περί φιλανθρωπίας" ήταν και ο "φιλάνθρωπος" της εποχής - έτσι τον αναφέρει το ρεπορτάζ της εφημερίδας - κ. Καραμουρτζούνης, ο οποίος δήλωνε αποφασισμένος για όλα, ακόμα και να στείλει ρακένδυτους στο σπίτι της ηθοποιού.
.....................................................................................................................................................................


.
                                                    Χάρτινο το φεγγαράκι - Μελίνα Μερκούρη...
....................................................................................................................................................................

Μελίνα Μερκούρη
Ηθοποιός.








Η Μελίνα Μερκούρη ήταν Ελληνίδα ηθοποιός και πολιτικός. Καταγόταν από σπουδαία οικογένεια πολιτικών. 
Γέννηση: 31 Οκτωβρίου 1920, Αθήνα
.....................................................................................................................................................................







Δεν ήταν φίλη μου...ούτε καν γνωστή μου....δεν την συναναστράφηκα ποτέ...
Τη συνάντησα όλες κι όλες δυο φορές στη ζωή μου...σε χώρους άγνωρους για τα δικά μου δεδομένα...μα γοητεύτηκα....η αύρα της με τύλιξε κυριολεκτικά...
Μια πανέξυπνη...ελεύθερη γυναίκα ...ένας πανέμορφος κυριολεκτικά και μεταφορικά άνθρωπος...
Μια γυναίκα που τίμησε τη ζωή...τον έρωτα...τους ανθρώπους γύρω της...
Κι όπως όλες οι ''ξεχωριστές''προσωπικότητες δέχτηκε και δέχεται ακόμα τα πυρά...κάποιων '''μικρών'''και ''μικρόψυχων''...και ''ολίγων'' ζηλόφθονων ανθρώπων και δη γυναικών...
Δεν στέκομαι στις κλειδαρότρυπες των ανθρώπων γύρω μου...το θεωρώ αναξιοπρεπές...και σαν έχεις λειψή ή και ανύπαρκτη δική σου ζωή...σκύβεις να πάρεις μάτι ...τις ζωές των αλλονών...
Δύσκολο το γήρας του μυαλού και : <<μωραίνει κύριος όν βούλεται απωλέσει >>
Και το απωλέσει δεν ακουμπά στο βιολογικό χάσιμο του εαυτού μας...αλλά στο χάσιμο του ελέγχου και της αξιοπρέπειας εν ονόματι της δημοσιότητας...
Αυτά τα λίγα από εμέ...για κάποιες κυρίες που προσπάθησαν να αμαυρώσουν τη λαμπερή προσωπικότητα της Μελίνας...
Μα το φως πάντα λάμπει και δεν κρύβεται...
Κι έτσι λαμπερό θα κρύβεται μέσα μας και μέσα μου το άστρο της...

 Κι εφέτος 6/3/2016....22 χρόνια μετά το θάνατό της...είναι παρούσα μέσα μας ...μέσα μου και παντού...
Σοφία Θεοδοσιάδη.
....................................................................................................................................................................



 

Τραγούδι της ψυχής το ποίημα..για τους φίλους.







Ήρθε μια φίλη απ' τα παλιά πρωί πρωί επίσκεψη...τραγούδι να της πω ...την πύλη της καρδιάς της να χα'ι'δέψω..Επνίγονταν μου δήλωσε μες στο πηγάδι που έπεσε...και το σκοτάδι μέσα εκεί βαθιά την τύφλωνε...τον πάτο αυτόν τον σκοτεινό του πηγαδιού μονάχα εκοιτούσε....
Ρίξε μου λέει τον κουβά...σχοινί μακρύ να βάλεις να με φτάσει...να αλιεύσει το κορμί και την ψυχή..επάνω...στην άνοδο του πηγαδιού...επάνω να με βγάλεις...
Κι εγώ της υποσχέθηκα ,μακρύ σχοινί και στέρεο να αφήσω ...να αμολήσω..μην καταφέρω και ξανά...εκεί στο ανθισμένο ολόγυρα του πηγαδιού το στόμα να σταθεί...να την ορθώσω...
Είναι γεμάτο γύρω του αυτό άνθια ποικίλα μυρωδάτα...
Υάκινθοι μοναδικοί...στα χρώματα της Άνοιξης...τα ροζ...τα μωβ...και τα λευκά...πλούσιες μαργαρίτες...
Είναι απ' τις σταγόνες που ποτίζονται...απ' τον ξεχειλισμένο τον κουβά στ' ανέβασμα...και ανθίζουν και βλασταίνουν...
Μη φοβηθείς της δήλωσα...τη φίλησα και φως μες στο σκοτάδι εκεί του πηγαδιού...μένα μικρό κερί προσπάθησα να ρίξω ...να φωτίσω...
Τι ..είναι το μεγαλύτερο απ' όλα η ελπίδα...η προσμονή...το χρόνο αυτή νικάει...σταματάει...
 Κείμενο -Σοφία Θεοδοσιάδη
.....................................................................................................................................................................
.

                                                               Χάρις Αλεξίου - Οι φίλοι.
.....................................................................................................................................................................

4 Μαρτίου 2016

Την ΑΝΟΙΞΗ προσμένουν - της Σοφίας Θεοδοσιάδη...

                                                       




Πάντα  κάποιος την Άνοιξη εμποδίζει για να 'ρθει...πάντα κάποιος μισεί την Άνοιξη και απαγορεύει την είσοδό της ..να διαβεί.. σε οτιδήποτε ανοιξιάτικο φαντάζει...
Μα πάντα ένα χελιδόνι, κι αν ακόμη και  πολλοί  δεν το πιστεύουν ,τολμά ,επιχειρεί και διακινδυνεύει  την ΑΝΟΙΞΗ να φέρει...
Κι είσαι εσύ αυτό.. το μικρό το χελιδόνι..που την Άνοιξη καλείσαι για να φέρεις...μόνος σου εσύ...ολομόναχος...για σένα νε να φέρεις...και μέσα σου εδώ...κι εκεί.. στις γειτονιές του κόσμου...
Ακριβή αυτή η επιταγή...και η εξαργύρωση...μια ζωή σε τυραννάει και περιμένει...
Η Ανοιξη είναι ιδέα..είναι προσμονή...είναι σταμάτημα του άσκοπου του χρόνου...
Τόσο ταξίδι μακρινό ,τόσες αποτυχίες ,τόσα σκαμπανεβάσματα ...κι όμως αυτό το πεισματάρικο...το ένα το επίμονο...το ένα αυτό εκεί το χελιδόνι ..αυτό εκεί να επιμένει...
Δεν εγκαταλείπει ό,τι κι αν του συμβεί, δεν απογοητεύεται και δεν λυγοψυχά, ούτε και πείθεται από τις προσπάθειες των άλλων των χελιδονιών...που απεγνωσμένα προσπαθούνε να το μεταπείσουν...και να συμβιβαστεί ακίνδυνα καθημερινά του το ζητούν...
Κι έτσι μονάχο ,ολομόναχο το δύσκολο ταξίδι του ,αυτό το ξεκινά...
Τι κι αν περάσει απ' την έρημο.. .στο δρόμο του εχθρούς και αρπαχτικά κι αν  συναντήσει ?
Δεν το τρομάζουν τα ναυάγια πολλές φορές...γιατί από μόνο του εγκλωβίστηκε , μες στα μαγευτικά λιβάδια αυτά των αναμνήσεων των ανθηρών...εκεί η καρδιά του επαγιδεύθη...και να τα καταφέρει μόνο του ..όσο κι αν φαντάζει ουτοπικό...έτσι στον εαυτό του υποσχέθη...πως είναι ικανό το μήνυμα αυτό να μεταφέρει ,της αγάπης και της ζεστασιάς ...και των συναισθημάτων τα ανθίσματα ...βαθιά μες στις καρδιές ευαίσθητων ανθρώπων...
που το όνειρο πιστέψανε και ΑΝΟΙΞΗ ΠΡΟΣΜΈΝΟΥΝ....
Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη. 
....................................................................................................................................................................

 Ενα το χελιδόνι...- Αλκίνοος Ιωαννίδης.

 Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες να `ναι στους τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα μ’ έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού
Το `χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου
σ’ ένα βαθύ πηγάδι το `χουνε κλειστό
μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση


Στίχοι:  
Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική:  
Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία : Αλκίνοος Ιωαννίδης.
....................................................................................................................................................................