7 Ιανουαρίου 2022

⫷λευκός της φύσεως μανδύας ⫸

Είχε μια απρόσμενη σιωπή
την πολιτεία εσκέπαζε
βαθύ εξαγνισμό ευελπιστώντας
ανυποψίαστο επάγωνε
εσκέπαζε στα σπλάχνα του τη Γης
και τις βουλές εσκέπαζε
και τις τρανές ιδέες του κόσμου..
μα το πρωί ..απόφαση επαίρνανε σκληρή οι τρανοί 
ο κόσμος όφειλε ξανά να περπατήσει..
τις χιονισμένες δύσκολες τις ατραπούς.
ξυπόλητος ξανά να διασχίσει
Ουρλιάζαν ..αλυχτάγανε τη νύχτα τα σκυλιά
κι αυτός γυμνός στην κάμαρη
τη θαλπωρή αναζήταε
για να ζεστάνει την ψυχή του
μες στα λασπόνερα εις το σεργιάνι της ζωής
άραγες πόσο χιόνι έφαγε ετούτο το κορμί του
όσο ο καιρός επέρναε κι εκρύβονταν
χαμένοι έρωτες ..φιλίες..πόθοι..προδοσιές
εταλανίζαν την ψυχή του... 
αναρωτιόνταν σιωπηλά
πού 'ναι τα χιόνια τα αλλοτινά
που τα όνειρά του έβαφαν λευκά
που 'ναι ο λευκός της φύσεως μανδύας των
που τις αγνές εζέσταινε  προθέσεις της αθωότης?
Χιόνι σεντόνι άχραντο εσκέπασε το πνεύμα του
αποχαιρέτησε τους κύκλους τους παλιούς
καθώς ψυχορραγούσε στο καντήλι του το φως
θυμόσοφες οι σκέψεις ζωγραφίζονταν στο νου
και έβαφαν νια..ροδόχροη την ελπίδα.
 
⫷ λευκός της φύσεως μανδύας⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

6 Ιανουαρίου 2022

⫷ στις θέσεις τους τις αδειανές⫸



Με δείκτες ρόδινους που γρήγορα
ανέλπιστα σχεδόν γυρνούν
ένας φακός αρπάζει τη στιγμή
και την κρατεί με ευαισθησίαν απίστευτην
αποτύπωμα στου χρόνου τη ροή.
Στων ημερολογίων το γείσο μου σε συναντώ
η μόνη ασφαλής κρυψώνα μου
μία ευγενής ασάφεια σαν μου κρατάς το χέρι
μένω εκεί...
κάπου εδιάβασα μικρή
πως η πλέον ασφαλής κρυψώνα μας είναι η ασάφεια
στων χρόνων τις αιώρες
πριχού να πέσει ο κεραυνός στη στέγη της ζωής μας.
Ανέκαθεν με έθρεφαν εικόνες ..παραμύθια
στις θέσεις τους τις αδειανές  ψυχές αποζητούσα
το 'ξερα πως ένα άψυχο χαρτί
θα μ' έκανε ξανά απ' την αρχή να σ' αγαπούσα
κι επέμενα σαν γυρολόγα που στις γειτονιές
πουλάει και ζητιανεύει την αγάπη.
σε μια εικόνα αρκέστηκα παλιά
κι εγέννησα στον όρθρο μου το λαγαρό
τις μύριες τις σκέψεις. 
 
⫷ στις θέσεις τους τις αδειανές⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


5 Ιανουαρίου 2022

⫷ εύθρυπτον ήμαρ⫸

Nino Chakvetadze
Γλυκό και αλμυρό οι γεύσεις της ζωής
ζάχαρη άχνη οι γλυκές στιγμές
αλάτι για το γιατρικό
ψήνει..επουλώνει τις πληγές σου πεζοπόρε.
Θαμνότοποι και όρη και βουνά
κάμποι και ρεματιές και ποταμοί..
στο μπουκαλάκι το μικρό
στο απάνω απάνω ράφι φυλαγμένα..
Μέσα από το ταξίδι σου αυτό το αλλαργινό
Αναστάσιμης μεταλαβιάς
 γεύεται η ψυχή σου..
Ζήσε το πάθος στη στιγμή..
πριχού ανεμοσκορπισθεί
ακούεται απ' το παραμύθι η φωνή
 της νόνας της σοφής σου..
τη φλόγα αναμμένη να κρατείς
ζεστά να συνδαυλίζεις....
Εις τα λημέρια με τα λόγια της 
τις γκρίζες σου τις σκοτεινές νυχτιές
γενού ουράνιος αναζητητής
τα φωτεινότερα να συναντάς αστέρια.
και να σκαρώνεις στίχους λυρικούς
στις συνιστώσες να γυρνάς
 στις αύρες της  ψυχής σου.
Εύθρυπτον ήμαρ οι επιστροφές..
το ψυχοράγισμα νοσταλγικόν
στα πάτρια εδάφη σκορπισμένο..
ανοίγουν οι αισθήσεις σου
τα καρυκεύματα λογής
πληρούν τον ουρανίσκο σου
αρωματίζουν την ψυχή σου.

⫷ εύθρυπτον ήμαρ⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

3 Ιανουαρίου 2022

⫷στου χρόνου τ' αεράκι⫸


Αν διάλεγα να χτίσω σχέση με τις λέξεις μου
την πένα μου θα ονόμαζα
πένα της εν δυνάμει δυνατότητας
πένα της προσδοκίας
να 'χει μελάνι απόσταγμα ζωής..εμπειριών
ευδόκιμης..εφάμιλλης εκειάς της φαντασίας
που λογυρνά εις τα σοκάκια φεγγαριού
εκεί που οι λέξεις άυλα κατοικούν
βρίσκουν τη χώρα των ρομαντικών
εκεί που σμίγουν οι αγάπες του παλιού καιρού
γράφουν των χρόνων τα ρομάντζα.
κι ύστερα να αποσυρθώ
μια δεύτερη ζωή εις το λυκόφως για να ζήσω
παρέα με τις αναμνήσεις μου
κάθε φωτογραφία στον κομό
μια τρυφερή ιστορία ζωντανή
κι οι μυρωδιές εκείνες των μωρών
που δεν εμεγαλώσανε στης μάνας τα εντός
κι εμείνανε για πάντοτε παιδιά
και οι γονιοί μου που με αγάπησαν
το χάδι τους γλυκά να νοσταλγήσω.
Περνούν οι χρόνοι βιαστικά κι εσύ
στου χρόνου τ' αεράκι εστάθης αντικρύ
αμετανόητα εφόρεσες ξανά εκείνο το παιδί
ηθέλησες στοργή..αγάπη τρυφερότη
πριν κατοικήσεις εις τους ουρανούς
να συναντήσεις λατρεμένους.

⫷ στου χρόνου τ' αεράκι ⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

2 Ιανουαρίου 2022

⫷να ήταν τάχα σ' όνειρο?⫸


Στις στράτες της απανεμιάς
σκόρπισα την ψυχή μου
κι αν ερημιά τις εσκοτείνιασε 
σβήσαν οι φανοστάτες
ανέγνοιαστη πλανιόμουνα
μέσα στα δασοτόπια
εσκόρπαα τα λόγια στα σοκάκια της απανεμιάς
το αγεράκι να τα φέρνει για να σ' έβρουν
ν αγγίξουν τη ζεστή σου τη ματιά
που εσκέπασε το χώμα..
δεν γράφονται ψυχούλα μου
στιχάκια καρδιακά
σαν δεν σταλάξει αίμα στην καρδιά
σαν δεν γεμίσει πόνους το κορμί
σαν δεν δακρύσουνε τα μάτια..
Γλυκά το παραμύθι εξετυλίγονταν
εις τα στερνά το συναπάντημα πικρό
εσύ στης Γης π' αγάπαγες τα χώματα
κι εγώ βλαστός μονάχος.
Εχάθηκα μες στους θαμνότοπους
ρόδινα ρείκια στα ποτάμια εσυλλέγαμε
οι ψυχές μας εχορεύανε απάνω από θάλασσες
ετραγουδάγαμε σεκόντο όπως παλιά
με τύλιξε ο Μορφέας στα σεντόνια του
να ήταν τάχα σ' όνειρο
οι φιλντισένιες μας στιγμές
για της ψυχής παιχνίδισμα
που σ' έφερνε στην κλίνη μου ξανά?

⫷ να ήταν τάχα σ' όνειρο? ⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

30 Δεκεμβρίου 2021

⫷ στάθηκα αγνάντια στους καιρούς ⫸


Στάθηκα αγνάντια στους καιρούς
χρόνους τους ονομάζανε
εις την ψυχή μου αγνάντια εστάθηκα
σμίλεψα παραμύθια
χωρίς ψεγάδια..ατόφια γλυκερά
τι κι αν επαραμόνευαν οι δράκοι εις τους δρόμους..
κι από νωρίς μέτοικος χρίστηκα του φεγγαριού
έψαξα μουσικές που δεν ακούστηκαν στη Γης..
τις βρήκα εις τα βάθη τα εντός μου
κι εχόρεψα μονάχη μου
με μέθυσαν ζεϊμπέκικα
εσπάγαν τα ψεγάδια μου στα βήματα
με κράταγαν ορθή.
Μη σπας ψυχή μου
οι χρόνοι μας ακολουθούν
σαν ο αγέρας που γεννάς
στα πρύμα τους πηγαίνουν..
ίσως και να σκορπίσουν στον ορίζοντα μακριά
το αιώνιο παράπονο του κόσμου.


⫷ στάθηκα αγνάντια στους καιρούς ⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

28 Δεκεμβρίου 2021

⫷ μικρό καλύβι⫸

Dmitry Alexandrovich Kustanovich (Russian: Дмитрий Кустанович)

Μες στο μικρό καλύβι μου
απ' της ψυχής μου τη ρωγμή στάζει μηνύματα η βροχή
και η σιωπή στη νοτισμένη μου ψυχή..στέλνει τραγούδι
αρουραίοι παντός είδους τρωκτικά και όφεις δε χωρούνε
επαναστάτες δεν χωρούν που τους ροκάνισε ο σκόρος
ουδέ γυναίκες που ''εκδόθηκαν''..επαραδόθησαν στην ήττα
ποιητές που δεν γροικάγανε μια ρίμα να σκαλώσουν
στέρφοι το στάρι που δεν σπείρανε στου κόσμου την αλήθεια.
που είχαν τη γλώσσα μακριά..το σύστημα λυμαίνονταν..εγλείφαν. 
Μες στο φτωχό καλύβι μου 
γίνεται  ο πόθος τις νυχτιές μου αητός
εις τα φεγγάρια φτερουγίζει και πετά..μου χτίζει παραμύθια.
Εμπούχτισα να περπατώ σε μονοπάτια αγκαθωτά
τα πόδια και τα μάτια να ματώνουν
είμαι καλά με όσα εκυνήγησα..με όσα εκαζάντισα 
μένω αθεράπευτα ρομαντική..
ως μη για το ρομαντικόν Μαγδαληνή μετανοούσα.
Θέλω ν' αράξω στο μικρό καλύβι μου
και στης μικρής μου Επικράτειας το φως
το παραμύθι μου να συνεχίζω για να γράφω
να νανουρίζουμαι στον ήχο της βροχής 
πλάσματα των ονείρων μου να συναντώ στα χλοερά
και να γλυκοκοιμιέμαι.
 
⫷ μικρό καλύβι⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

26 Δεκεμβρίου 2021

⫷ από το Σπήλαιο στο φως⫸



 
 
Μες στην στενότης του Σπηλαίου
την ομοιάζουσα με τη στενότητα
που φέρνει η δυσκολία της ζωής
μια νύχτα παγωμένη εγεννήθη ο Χριστός
και εφορέθη τον μανδύα του ανθρώπου εις τη γη
να δυνηθεί ............
για να φορέσει και στον άνθρωπο το μπόι του Θεού..
Κάμνουν ανακωχή με το Θεό
κάμνουν ανακωχή με την ψυχή τους οι ανθρώποι
κάμνουν ανακωχή και με τα λάθη τους
παραδοχές σα βάλσαμο εγκυμονούν
στις αδυναμίες των ανθρώπων..
Γιατί έχουνε ανάγκη οι άνθρωποι
από 'να άσπαστο κλαρί για να πιαστούν
στους ουρανούς να σκαρφαλώσουνε με προσευχή
να γονατίσει η ψυχή
ταπείνωση..ενσυναίσθηση για να γευτεί
νόστιμον ήμαρ η μετάνοια..
γλυκεία η αγάπη στην ψυχή..
Της λάμψης του φωτός αμετανόητοι
παραμονεύοντας εσαεί αναζητητές
του αστεριού και του Σπηλαίου της Βηθλεέμ
αλλόφυλοι της Οικουμένης οι εραστές.

 ⫷ από το σπήλαιο στο φως⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη

,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

19 Δεκεμβρίου 2021

⫷ ελπίς πτερόεσσα ⫸


Τα χρόνια παίρνουν σχήματα
φορούνε χρώματα τις νύχτες
περιπλανήσεις μας ζητούν εις τα πρωτύτερα
παλαιά γρανάζια πεταμένα στους σταθμούς
μα ατόφιες στο ταξίδεμα οι ψυχές ..
Σκουριάζουνε τα τρένα της γραμμής
άδεια βαγόνια..λιγοστεύουν  κι οι ανθρώποι..
η μοναξιά δείχνει τα δόντια της
δαγκάνει τις ψυχές.
 κι ένα κρυμμένο δάκρυ κάτω από το βλέφαρο  
σταλάζει τις ελπίδες τις μουσκεύει..
Παλιά μου γνώριμη συντρόφισσα
η ελπίς μου η πτερόεσσα
πάντα μαζί μου επορεύονταν αόρατα
κι όταν τις νύχτες χάνομουν
τους δρόμους μου ζωγράφιζε ερήμην μου..........
στα ύστερα ..στης ερημίας τους χρόνους μου ..
αλαφροϊσκιωτα στις μύτες επιμένουσα...
 
παράφορα.........
κάτω από τις φτερούγες της εναγκαλίζει με ζεστά..
ψιθύρους μου ταχυδρομεί:
''αν δεν ελπίζεις το ανέλπιστον
πως περιμένεις να το εύρεις''?
 
 ⫷ ελπίς πτερόεσσα⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

17 Δεκεμβρίου 2021

⫷ορχήστρες του δρόμου⫸



Σαν την πηγή που φέρνει απ' τα ψηλά βουνά
ήχους του γάργαρου νερού
ταξίδευαν οι νότες του μικρού βιολιού
στην άκρη στης πλατείας στη γωνία..
είχαν στηθεί από νωρίς
ένα βιολί κι ένα παλιό μπορντώ ακορντεόν
στην πινακίδα έγραφε
''ενθάδε εδρεύει ορχήστρα μιας πλατείας''
Οι νότες εδιψάγανε..δραπέτευαν
πότε εφτάνανε στ' ανταριασμένα πέλαα
να δροσιστούν
κολυμπώντας στ' αφροκύματα
εκεί που οι μάζες ξεδιψούν
του ονείρου τα μηνύματα..και άλλοτε
στιχάκια εστήναν για τον ίδρωτα
εκεί  που ο ήλιος έκαιε την ψυχή
τα όνειρα τσουρούφλιζε
κι οι στάχτες τους γίνονταν μουσική.
Εσκόρπαε η θολούρα του μυαλού
για μιας στιγμής  τις νότες ακολούθαε
ξαλάφρωνε η πλανόδια ψυχή
στις δοξαριές..στα μπάσα
κι ύστερα ετάχυνε το βήμα του
ξέχειλη η πλατεία από σιωπή
μα αυτός σκυφτός περπατητής
στις νότες που εισχωρούσανε κρυφά
απ' των ψυχών τις γρίλιες
εκράταε για μια στιγμή
τον άρτον της αιωνιότητας
που 'θρεφε την ψυχήν του.
 
 ⫷ ορχήστρες του δρόμου⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

15 Δεκεμβρίου 2021

⫷του σύμπαντός μου ομοιώθηκα⫸

Ένας ασύνορος ορίζοντας μ' ακολουθεί..
παίρνει κατόπι τη σκιά μου
ως ο κρυφός ο πόθος μου εγκυμονεί..
ασύνορα..απέραντα ως όφειλα
ως έπρεπε..να χτίζω τη ζωή μου.
Μαγειρεύω διαρκώς..αδιαλείπτως..ασταμάτητα
λέξεις μπαχάρια..αρώματα..
χρώματα που στολίζουνε
συμπαντικά ουράνια τόξα..
Καθώς οι άλλοι προσπερνούν
σκύβω στο παραθύρι μου..στο βλέμμα μου..
υπάρχουν θάμματα που βλέπω τις νυχτιές
κι άλλα που την ημέρα τα κοιτάζω
και γεύομαι  τα θελκτικά
που ενέχει η ψυχή μου .
Κι ύστερα στέκομαι γαλήνια ασάλευτη
αρκούμαι στην ανάμνησιν
σ' ένα ηλιοβασίλεμα
στου τόπου που εβλάστησαν
τα παιδικά μου χρόνια
που εφύτεψε και ρίζωσε την ευτυχία στο πετσί
μου εδίδαξε ουσία της ζωής τι να σημαίνει..
Του συμπαντός μου ομοιώθηκα
στης μήτρας ..εις την γέννησιν
δώρον Θεού το ελάχιστον μου έκαμε τρανόν
ιδού η αφορμή της υπαρξής μου .
 
⫷ του σύμπαντός μου ομοιώθηκα⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

13 Δεκεμβρίου 2021

⫷τα χέρια τα αχαϊδευτα ⫸



Έτσι τα όριζες τα χέρια σου
πιστά εις το καθήκον..νευρωμένα
πότε στον κάματο στην ξωμαχία ολομερίς
τα βράδια στα νυχτέρια με βελόνες
η μόνη έγνοια  σου ο άντρας  σου και τα παιδιά.
να πλέκεις και να πλέκεις Καλοκαίρια στο Χειμώνα
δεν έσκυβες εις την αδυναμία των χεριών
σε παρασέρναν της ανάγκης οι καιροί
ξεχνιόσουνα εις τα σκαλιά της προσφοράς
που χρόνος τις ουλές τους..τις ρυτίδες να χαϊδέψεις?
στα παιδικά μου μάτια ακόμα οι βελόνες του πλεχτού
πλέκουν τα βράδια στα νυχτέρια σου της γειτονιάς
διαλέγουνε μετάξινες αγάπης τις κλωστές
ροζ άνθια ανακατώνουν απ' τον κήπο της καρδιάς
μου πλέκουνε υφάδια..με ζεσταίνουν..
 
⫷ τα χέρια τα αχαϊδευτα ⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


7 Δεκεμβρίου 2021

⫷το γράμμα στη Ροδένια ⫸



 
Ροδένια λατρεμένη μου.......
σαν θα τρανέψεις και από τη σκια 
στο φως θ' αναδυθείς
θα σε πονέσει η ζωή
μα πιότερο.....
θα σε πονέσει ο άνεμος που κουβαλείς
ο σορόκος της καρδιάς σου...
όταν βαθειά..ίσαμε τις  σαράντα οργιές
τις θάλασσές σου θ' ανταριάζει  ..
γιατί έχεις άτι και καλπάζεις στη ζωή
γιατί σαν το λεπίδι κόβει αιχμηρά
το μερτικό αναζητά η ματιά σου..
θα πληγωθείς..μη μου σκιαχτείς..
γιατί έχεις κρυμμένο κήπο στην ψυχή
και οι λεηλάτες δε σε συγχωρούν
ποδοπατούνε ..τα μαραίνουνε τα ρόδα.
Σου το 'γραφεν ο κύρης σου..
και αν το μακρινό αεράκι το αθέατο
τα όνειρά σου τα σκορπάει 
εις τα παφλάζοντα του βίου σου τα κύματα..
Κι αν σε πληρώνει με φαρμάκι η ζωή
εσύ στο κοριτσάκι να γυρνάς
με το σιρίτι στο φουστάνι..

⫷ το γράμμα στη Ροδένια ⫸ - Σοφίας Θεοδοσιάδη

,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,